Θέματα ιστορίας της ελληνικής γλώσσας 

Οι τύχες της αρχαίας ελληνικής 

Πέτρος Διατσέντος (2007) 

H ελληνιστική κοινή ως lingua franca στην περίοδο της ύστερης αρχαιότητας

H αττική διάλεκτος κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. αποτελεί κοινό όργανο επικοινωνίας στον ελληνόφωνο κόσμο, γεγονός που ενεργοποιεί ταχύτερες και δραστικότερες αλλαγές σε όλα τα επίπεδα του γλωσσικού συστήματος. Σύντομα, με τη μακεδονική κατάκτηση θα αποτελέσει (διαφοροποιούμενη και μεταβαλλόμενη, ασφαλώς) και κοινή γλώσσα επικοινωνίας των αλλόφωνων πληθυσμών της Μεσογείου και της Ανατολής, αλλά και γλώσσα της διοίκησης και γραμματειακή γλώσσα, καλύπτοντας έναν τεράστιο γεωγραφικά χώρο για τα δεδομένα της αρχαιότητας. Την κυρίαρχη αυτή θέση θα διατηρήσει η ελληνική γλώσσα και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελέσει και όχημα εξάπλωσης του χριστιανισμού, φτάνοντας σε ακμή ως γλώσσα των αλεξανδρινών λογίων και φιλοσόφων. Το τέλος του αρχαίου κόσμου σηματοδοτείται καταρχήν από την πολιτική διάσπαση και, αργότερα, την κοινωνική διαφοροποίηση ενός χώρου (κυρίως της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής) ο οποίος γνώρισε μια συνέχεια και ενότητα αρκετών αιώνων μέσα από τη μακεδονική και κατόπιν τη ρωμαϊκή κατάκτηση και κυριαρχία. Μία από τις συνέπειες αυτών των αλλαγών στην ύστερη αρχαιότητα είναι και η εξασθένηση του ρόλου και της θέσης της ελληνικής.

H υποχώρηση της ελληνικής κατά τον Μεσαίωνα

Κατά τη μετάβαση στον Μεσαίωνα, η ελληνική γλώσσα αρχίζει να συρρικνώνεται για να περιοριστεί τελικά στον χώρο της νοτιοανατολικής Μεσογείου και να ταυτιστεί λίγο ή πολύ με τα γεωγραφικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας∙ πρόκειται για μια συρρίκνωση καταρχάς σε επίπεδο φυσικών ομιλητών. Τα λατινικά, από την άλλη, κυριαρχούν οριστικά και εκτοπίζουν τα ελληνικά από τον χώρο της γραμματείας και της θεολογίας στη δυτική Ευρώπη. Παρ' όλα αυτά, θύλακοι της ελληνικής γλώσσας ως προφορικής θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν δυτικότερα του Βυζαντίου έως τον ύστερο Μεσαίωνα[1]. Το σημαντικότερο όμως γεγονός αυτής της περιόδου για την ελληνική είναι η κάμψη και, στη συνέχεια, η έκλειψη του ενδιαφέροντος στη Δύση για την αρχαία ελληνική γλώσσα και γραμματεία: η δυτική φιλολογία της περιόδου, θεολογική ή και κοσμική, κυριαρχείται πλέον από τα λατινικά H ελληνική γλώσσα ξεχνιέται σιγά σιγά στη Δύση, ενώ τα λατινικά θα έχουν την ίδια τύχη στον χώρο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στις αρχές του 8ου αιώνα ολοκληρώνεται και τυπικά και ο γλωσσικός εξελληνισμός της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ η μεσαιωνική περίοδος χαρακτηρίζεται από την εκατέρωθεν επιφυλακτικότητα ή, συχνά, και από την εχθρότητα αφενός απέναντι στα ελληνικά και την ελληνική γραμματεία από τους Δυτικούς και αφετέρου απέναντι στα λατινικά από τους Βυζαντινούς.

Ενώ όμως στη Δύση έχουμε τη ραγδαία υποχώρηση της ελληνικής γλώσσας και των γραμμάτων, στα ανατολικά σύνορα της βυζαντινής αυτοκρατορίας η ελληνική θα ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Με την κατάκτηση βυζαντινών επαρχιών από τους Άραβες και τον σταδιακό εξαραβισμό του χαλιφάτου, η γραπτή ελληνική αρχίζει σιγά σιγά να υποχωρεί Βέβαια, τα αρχαία ελληνικά γράμματα και οι επιστήμες ενδιαφέρουν τους άραβες κατακτητές και θα περάσουν στον αραβικό κόσμο μέσα από τις συστηματικές μεταφράσεις που ξεκινάνε στα μισά του 8ου αιώνα και συνεχίζονται μέχρι και το πρώτο μισό του 11ου αιώνα. Αυτό, βέβαια, προϋποθέτει την άριστη γνώση της ελληνικής αλλά και τη μεταβίβαση αυτής της γνώσης από γενιά σε γενιά λογίων και μεταφραστών. H μετακένωση ενός σημαντικού μέρους της αρχαιοελληνικής σκέψης σημαίνει ότι η ελληνική γλώσσα θα αποτελέσει μέσο πρόσβασης στην αρχαία γραμματεία και τις αντίστοιχες επιστήμες για αρκετές γενεές αράβων λογίων και μεταφραστών, ενώ από την άλλη θα επηρεάσει ιδιαίτερα την αραβική γλωσσολογική σκέψη H αρχαία ή αρχαΐζουσα ελληνική εξασθενεί και χάνεται σιγά σιγά μετά το πέρας της κατάκτησης, φθίνοντας επίσης όσο ολοκληρώνεται η μετακένωση των ελληνικών γραμμάτων και επιστημών στον αραβικό κόσμο.

15ος-16ος αιώνας: Η αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την ελληνική

Στο δεύτερο μισό του 14ου αιώνα εκδηλώνεται έντονο το ενδιαφέρον των ιταλών ουμανιστών για την ελληνική γραμματεία και γλώσσα, σε μια προσπάθεια προσέγγισης της αρχαίας ελληνικής σκέψης. Βέβαια, κατά την περίοδο εκείνη υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση προς την αρχαιοελληνική σκέψη: από τη μια η παράδοση της διδασκαλίας ελληνικών στη Δύση είναι ανύπαρκτη, ενώ από την άλλη υπάρχει σημαντική έλλειψη χειρογράφων. Το ενδιαφέρον των ιταλών ουμανιστών για τη γλώσσα και τη γραμματεία θα εκφραστεί, μεταξύ άλλων, με την πρόσκληση του Εμμανουήλ Xρυσολωρά στη Φλωρεντία το 1396, ο οποίος στελεχώνει την έδρα διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας μετά από πολλούς αιώνες απουσίας των ελληνικών από τα ανώτατα κέντρα σπουδών στη Δύση. Το γεγονός αυτό θα γίνει αφορμή για το πρώτο κύμα μεταφράσεων κυρίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, ενώ ταυτόχρονα θα γονιμοποιήσει το περαιτέρω ενδιαφέρον των ιταλών λογίων για την ελληνική γλώσσα. Στα μέσα του 15ου αιώνα οι ελληνικές σπουδές αποτελούν γεγονός πια στην Ιταλία (κυρίως στην Φλωρεντία και τη Ρώμη), όπου τη μακραίωνη δυτική επιφυλακτικότητα διαδέχεται η σταδιακή αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για την αρχαία γλώσσα και γραμματεία. Κυρίαρχο ρόλο σε αυτό παίζουν οι βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι καταφεύγουν στις ιταλικές πόλεις μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης. O άλλος σημαντικός παράγοντας που δίνει ώθηση στη σπουδή των ελληνικών είναι η σταδιακή εισαγωγή των χειρογράφων στα πιεστήρια των ιταλικών τυπογραφείων κατά το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα. Ιδιαίτερη θέση κατέχει το τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου στη Βενετία, το οποίο ξεκινάει το 1494 να εκδίδει αποκλειστικά ελληνικά βιβλία και διακρίνεται τόσο για την ποσότητα όσο και για την ποιότητα των εκδόσεων του. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η ταχεία διάδοση γραμματικών εγχειριδίων, λεξικών και γραμματειακών έργων σε ένα χώρο στον οποίο αυξάνεται ολοένα και περισσότερο η ζήτηση, η οποία μπορεί να καλυφθεί μόνο μέσα από τις νέες τεχνικές που επιφέρει η τυπογραφία. Έτσι στα τελευταία έτη του αιώνα το ελληνιστικό αυτό κύμα αρχίζει να εξαπλώνεται βορειότερα των Άλπεων για να ριζώσει οριστικά μετά το 1520 στη δυτική Ευρώπη. Σε αυτήν περίπου την περίοδο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, κατά κάποιον τρόπο, και για την απαρχή της θεσμικής αποδοχής της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας στη Δύση.

Στο κέντρο του ενδιαφέροντος για τα ελληνικά και το κύμα μεταφράσεων που το συνοδεύει, θα βρεθούν και τα ιερά κείμενα του χριστιανισμού και πρώτ' απ' όλα η Παλαιά Διαθήκη των Εβδομήκοντα και το Ευαγγέλιο. Για την παπική αρχή, το Ευαγγέλιο στην επίσημη και θεσμική του εκδοχή αποτελεί η Vulgata, δηλαδή οι μεταφράσεις των ιερών κειμένων που έγιναν από τον Άγιο Ιερώνυμο σχεδόν μια χιλιετία νωρίτερα. H στροφή προς τα ελληνικά καθώς και οι εντεινόμενες αμφισβητήσεις στους κόλπους της καθολικής Εκκλησίας διαμορφώνουν ένα νέο κλίμα μέσα στο οποίο θα ξεκινήσουν νέες μεταφράσεις του Ευαγγελίου προς τα λατινικά, με κυριότερες τις μεταφράσεις του Εράσμου το 1516, γεγονός το οποίο θα προξενήσει αναταραχή στους κύκλους των λογίων. Τα ίδια ακριβώς χρόνια αναδύεται στη βόρεια Ευρώπη το κίνημα της Μεταρρύθμισης, που ενσαρκώνεται όχι μόνο από τους κατεξοχήν θεολόγους αλλά και από μείζονες και ελάσσονες λογίους της εποχής. Οφείλουμε να τονίσουμε ότι ο καθολικισμός κατά την εποχή εκείνη είχε εγκλωβίσει τη θεολογική σκέψη σε έναν ισχυρό δογματισμό, έχοντας ως όχημα μια γλώσσα απολιθωμένη και απαραβίαστη. Την ιστορική εκείνη στιγμή η γνώση της ελληνικής και της εβραϊκής θεωρήθηκαν απαραίτητες για την πρόσβαση στις πηγές των ιερών κειμένων και την υπέρβαση του καθολικού δογματισμού. H Μεταρρύθμιση στις πρώτες της δεκαετίες θα συνδεθεί άρρηκτα με -και θα περάσει μέσα από- την ελληνική γλώσσα∙ η οποία θα θεωρηθεί όχι μόνο αναγκαία και απαραίτητη συνθήκη για την πρόσβαση στα ιερά κείμενα αλλά και για την ορθή γνώση των λατινικών και των γερμανικών, τα οποία είναι η μητρική γλώσσα των κυριότερων μεταρρυθμιστών. Από την άλλη μεριά, αρκετοί πολέμιοι της Μεταρρύθμισης θα θεωρήσουν την ελληνική, τις ελληνικές σπουδές και πολλούς από τους ελληνιστές αυτής της περιόδου ως υπαίτιους της κατάστασης που διαμορφώθηκε και ως εχθρούς της καθολικής Εκκλησίας. Στη Σύνοδο του Τριδέντου, που γίνεται σε απάντηση προς τους Προτεστάντες, και κατά τις δεκαετίες της αντιμεταρρύθμισης που ακολουθούν, λαμβάνονται και μέτρα για τον περιορισμό της ελληνικής, τα οποία τελικά δεν θα καταφέρουν να αναστρέψουν το ρεύμα προς αυτή.

Έτσι, η ελληνική αναβιώνει κατά την Αναγέννηση από τη μια ως όχημα των επιστημών και των γραμμάτων της παγανιστικής αρχαιότητας και από την άλλη ως μέσο πρόσβασης στις πηγές της χριστιανικής θρησκείας. H διάδοση γραμματικών εγχειριδίων, λεξικών και άλλων βοηθημάτων απαραίτητων για την εκμάθηση της ελληνικής θα θέσει ανεξίτηλο το στίγμα της στον τρόπο προσέγγισης και ανάλυσης των ευρωπαϊκών γλωσσών κατά τον 16ο αιώνα. Την περίοδο αυτή, εκτός από τη στροφή προς τα ελληνικά, εκδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον από μέρους των λογίων για τις δημώδεις γλωσσικές ποικιλίες των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίες έως τότε είχαν ελάχιστη ή και καθόλου γραπτή παράδοση. H μεταγλώσσα, καθώς και η ευρύτερη λογική οργάνωση της γνώσης των «νέων» ή «μητρικών» γλωσσών που αρχίζουν να μελετώνται και να κωδικοποιούνται από τον 16ο αιώνα και έπειτα, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο γλωσσολογικό κεφάλαιο που έχει κληροδοτηθεί από την εποχή των αλεξανδρινών ή πολλές φορές και νωρίτερα. Από την άλλη, μέσα σε ένα κλίμα μυθοποίησης της ελληνικής και ταυτόχρονης χειραφέτησης από τα λατινικά αρκετές αναδυόμενες γραμματειακές γλώσσες της Ευρώπης θα διεκδικήσουν την απώτερή τους καταγωγή από τα αρχαία ελληνικά.

Στον απόηχο της Αναγέννησης: Η επικράτηση των ελληνικών στη Δύση

Τα γεγονότα αυτά, που λαμβάνουν χώρα ουσιαστικά σε σχεδόν λιγότερο από έναν αιώνα, σημαδεύουν τη δυτικοευρωπαϊκή παιδεία για τους δύο επόμενους αιώνες. Το πρώτο μισό του 16ου αιώνα αποτελεί μια περίοδο όπου τόσο η ελληνική γλώσσα όσο και γενικότερα οι ελληνικές σπουδές διευρύνονται στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, δίνοντας όμως «μάχες» προκειμένου να επιβληθούν. H επιφυλακτικότητα απέναντι στην ελληνική, γλώσσα των «σχισματικών Ανατολικών», που κυριάρχησε για πολλούς αιώνες, δεν ήταν δυνατόν να αρθεί από τη μια στιγμή στην άλλη. H παρουσία, επίσης, της ελληνικής από το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και έπειτα στη Δύση γίνεται συχνά αντιληπτή ως απειλή για την κατεστημένη τάξη των γραμμάτων και της θεολογίας. Καταρχήν, ως εργαλείο στα χέρια των ουμανιστών τερματίζει την κυριαρχία και αποκλειστικότητα των λατινικών, ενώ εισάγεται ως όχημα μιας νέας παιδείας απέναντι στον σχολαστικισμό και τους εκπροσώπους του, οι οποίοι αισθάνονται απειλημένοι και αντιδρούν. Από την άλλη, η σύνδεσή της με τη φιλοσοφία και τα γράμματα της παγανιστικής αρχαιότητας, καθώς και η ολοένα αυξανόμενη παρουσία των κλασικών κειμένων σε μια θεοκρατική κοινωνία που μόλις βγαίνει από τον Μεσαίωνα, την κάνουν να αντιμετωπίζεται πολλές φορές με καχυποψία και επιφυλακτικότητα. Τέλος, από το 1517 και έπειτα, ταυτίζεται με τη Μεταρρύθμιση, των πρώτων τουλάχιστον δεκαετιών, γεγονός που αυξάνει ακόμη περισσότερο την επιφυλακτικότητα της καθολικής Εκκλησίας και του σχολαστικισμού.

Μέσα από αυτή τη «μάχη» των αρχών του 16ου αιώνα η ελληνική γλώσσα θα επικρατήσει και στους αιώνες που ακολουθούν θα κερδίσει έδαφος κατακτώντας ολοένα και περισσότερες έδρες στη Δύση, ενώ οι γραμματικές, τα λεξικά και τα άλλα εγχειρίδια πολλαπλασιάζονται και επανεκδίδονται κατακτώντας ένα μεγάλο μέρος του εγγράμματου κόσμου. Έτσι μεγαλώνει και η εξοικείωση με την αρχαία ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία, γεγονότα τα οποία ανατροφοδοτούν τις συζητήσεις και τους προβληματισμούς των δυτικών λογίων. Σύντομα γίνεται βασική συνιστώσα των φιλολογικών σπουδών, ενώ η Δυτική Ευρώπη καθίσταται σταδιακά ο νέος κληρονόμος της ελληνικής γλώσσας και γραμμάτων. Έτσι, η ελληνική αρχίζει εκ νέου να διαβάζεται, να γράφεται και να αποτελεί αντικείμενο σπουδής και έρευνας για τις δυτικοευρωπαϊκές εγγράμματες ελίτ. H παράλληλη κωδικοποίηση και θεσμική υιοθέτηση των δημωδών γλωσσών στην Ευρώπη θέτει στο περιθώριο τα λατινικά καθιστώντας τα σταδιακά, και οριστικά από κάποια στιγμή, νεκρή γλώσσα. Μέσα σε αυτό το νέο ιστορικό πλαίσιο θα γίνει, έως τις αρχές του 19ου αιώνα, η μετακένωση της αρχαιοελληνικής γραμματείας, η οποία θα εκφραστεί μέσα από τις νέες γραμματειακές ευρωπαϊκές γλώσσες. Από την άλλη, σε όλη αυτή την περίοδο τα ελληνικά θα συνεχίσουν να αποτελούν «αναπόσπαστο κομμάτι της διδακτέας ύλης» στον χώρο της πρώην ανατολικής αυτοκρατορίας.

19ος αιώνας: Η ελληνική ανάμεσα στο νεοελληνικό κράτος και τη δυτική Ευρώπη

Στον αιώνα του ορθολογισμού και του θετικισμού, η ελληνική θα ανακινήσει το ενδιαφέρον των εγγράμματων μέσα από ένα πρίσμα διαφορετικό από αυτό της θεολογίας: η νέα επιστήμη της γλωσσολογίας, η οποία θέτει τα θεμέλιά της την εποχή εκείνη, θα επιχειρήσει να προσεγγίσει την ελληνική γλώσσα γενεαλογικά και με ταυτόχρονη σύγκριση με τις άλλες γλώσσες. H ινδοευρωπαϊκή θεωρία των γλωσσών, που αναδύεται στις αρχές του 19ου αιώνα, κινητοποιεί το ενδιαφέρον για όσο το δυνατόν παλαιότερα κείμενα της ελληνικής προερχόμενα από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Οι μορφολογικές, συντακτικές και φωνολογικές μεταβολές βρίσκονται στο επίκεντρο των ερευνών; ενώ προωθείται η σύγκριση με αντίστοιχα φαινόμενα που παρατηρούνται σε γλώσσες της ίδιας οικογένειας. Από την άλλη πλευρά, δίνεται έμφαση στην αποκρυπτογράφηση παλαιότερων γραφών του αρχαιοελληνικού χώρου (μυκηναϊκή, μινωική). H μελέτη τη ελληνικής κατά την περίοδο αυτή αποτελεί σημαντικό κομμάτι της συγκριτικής γλωσσολογίας, ενώ παύει για αρκετούς να μελετάται αποκλειστικά ως όχημα της αρχαίας γραμματείας. Για τους γλωσσολόγους του αιώνα θα αποτελέσει τμήμα της εξέλιξης μιας υποθετικής πρωτογλώσσας και ως τέτοια θα μελετηθεί, παράλληλα βέβαια με τις άλλες, προκειμένου να γίνουν κατανοητοί οι εξελικτικοί νόμοι και να ανασυσταθεί η πρωτογλώσσα και ο πολιτισμός των Αρίων. Μέσα στο νέο αυτό πλαίσιο η ελληνική θα συγκεντρώσει έντονο ενδιαφέρον, στον βαθμό που τα ελληνικά σώματα κειμένων τα οποία μελετώνται σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα είναι από τα παλαιότερα της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών.

Μέσα από αυτή τη συγκριτική-εξελικτική οπτική, το ενδιαφέρον ορισμένων ερευνητών θα στραφεί στην ιστορική εξέλιξη της ελληνικής και πέρα από την περίοδο της ύστερης αρχαιότητας. Έτσι, σε αυτή τη φάση θα γίνουν και οι πρώτες προσπάθειες μιας ολοκληρωμένης αφήγησης και ερμηνείας της εξέλιξης της ελληνικής γλώσσας έως τον τρέχοντα αιώνα. Από την άλλη πλευρά, στο πρώτο μισό του αιώνα ένα τμήμα των ερευνών θα στραφεί σε συγκριτικές γλωσσολογικές μελέτες ανάμεσα στα αρχαία και στα νέα ελληνικά. Για ορισμένους ερευνητές η επίλυση γλωσσικών ζητημάτων της αρχαίας είναι πολλές φορές δυνατή με αναδρομή και έρευνα σε ύστερες φάσεις της γλώσσας - οπτική μέσα από οποία το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί στα νέα ελληνικά. Ουσιαστικά, με την είσοδο του νέου αιώνα, παρατηρείται και η ανάδυση του ενδιαφέροντος ορισμένων ελληνιστών, κυρίως στην Γερμανία και τη Γαλλία, για τη νέα ελληνική. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον το οποίο θα καταλήξει λίγες δεκαετίες αργότερα στην αυτονόμηση του τομέα των νεοελληνικών σπουδών στην Ευρώπη. Πρωταγωνιστές αυτού του ρεύματος θα είναι ορισμένοι «νεοελληνίζοντες» και πολύ συχνά φιλέλληνες ελληνιστές. Για αρκετές δεκαετίες η έρευνα και η μελέτη των νέων και αρχαίων ελληνικών θα εκφραστεί από τα ίδια πρόσωπα.

H συνύπαρξη ελληνικών και νεοελληνικών ερευνητικών ενδιαφερόντων στο πρόσωπο των ίδιων ερευνητών θα φέρει στο επίκεντρο των επιστημονικών συζητήσεων νέα ζητήματα. Τα νέα αυτά ζητήματα, που διατρέχουν την ευρωπαϊκή φιλολογία σε όλο το πρώτο μισό του αιώνα, θα εκφραστούν με ενιαίο και θεσμικό τρόπο μέσα από την ίδρυση της Association pour la Promotion des Lettres Grecques (APLGF) το 1867 στο Παρίσι, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί ένα μεγάλο μέρος του προβληματισμού και των ζητημάτων που θέτουν οι ελληνιστές του αιώνα. Ανάμεσα στους ρητούς και άρρητους στόχους του παρισινού συλλόγου συγκαταλέγονται η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στην ανάγνωση της αρχαίας γλώσσας, η στήριξη και η επέκταση της διδασκαλίας των ελληνικών, η εισαγωγή τους στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στη θέση της ξένης γλώσσας και η αναβίωσή τους στον σύγχρονο κόσμο.

Το ζήτημα της προφοράς σχετικά με την ανάγνωση της αρχαίας ελληνικής αποτελεί ένα θέμα το οποίο αναδύεται τη δεκαετία του 1840, ανακινώντας ουσιαστικά μια παλαιότερη συζήτηση που έχει τις ρίζες της στην Αναγέννηση. Όπως γνωρίζουμε, στις αρχές του 16ου αιώνα ο Έρασμος άσκησε κριτική στον δοσμένο, από τους βυζαντινούς κυρίως, τρόπο ανάγνωσης των αρχαίων κειμένων, επιχειρώντας ταυτόχρονα να ανασυστήσει την αρχαία ελληνική προφορά. Το μοντέλο που πρότεινε κυριάρχησε λιγότερο ή περισσότερο μέσα από τις κατά τόπους διαφοροποιήσεις του στην Ευρώπη. Από το 1840 και έπειτα, μια σειρά ελληνιστών θα προτείνει την επαναφορά της νέας (μεταβυζαντινής πλέον ή καλύτερα νεοελληνικής) προφοράς, στηριζόμενη σε επιχειρήματα τα οποία δεν είναι αποκλειστικά γλωσσολογικής φύσης. Έτσι, η υιοθέτηση μιας μεταρρυθμισμένης νεοελληνικής προφοράς[2] για τα αρχαία σημαίνει για πολλούς την εισαγωγή σε όλη την Ευρώπη ενός ενιαίου φωνητικού μοντέλου πέραν των κατά τόπους «εθνικών» διαφοροποιήσεων του ερασμιακού. Από την άλλη, το ερασμιακό πρότυπο θα κριθεί ως απαρχαιωμένο και ξεπερασμένο, ενώ σε πολλά σημεία του θα θεωρηθεί εσφαλμένο. Τέλος, ένα μέρος των υποστηρικτών της νεοελληνικής προφοράς, θεωρώντας τα αρχαία ως ζωντανή γλώσσα, θα απαιτήσει την εισαγωγή μιας προφοράς που αντιστοιχεί στην προφορά των φυσικών ομιλητών μιας ζωντανής γλώσσας, η οποία δεν είναι άλλη από την καθαρεύουσα του νεοελληνικού κράτους.

Τρία μόλις χρόνια πριν την ίδρυση της APLGF, αρκετοί από τους στόχους του συλλόγου θα τεθούν ως προϋπόθεση σε μια πρόταση που αποσκοπεί στη θεσμοθέτηση της αρχαίας ελληνικής ως Διεθνούς Βοηθητικής Γλώσσας. Σε μια περίοδο όπου λαμβάνουν χώρα τα πρώτα πειράματα αυτού του είδους, ο γάλλος ελληνιστής G. d'Eichtal σε συνεργασία με τον Μάρκο Ρενιέρη θα δημοσιεύσει μια ολιγοσέλιδη μελέτη στην οποία θα υποστηρίζει την αναγκαιότητα και το εφικτό αυτής της πρότασης. Τα αρχαία ελληνικά ως κοινή γλώσσα διεθνούς επικοινωνίας οφείλουν να έχουν μια ενιαία και ομοιογενή προφορά, η οποία δεν θα είναι άλλη από τη νεοελληνική. Με την ίδια οπτική τα αρχαία ελληνικά πρέπει να υπερβούν το πλαίσιο της θεωρητικής διδασκαλίας και να πάψουν να αποτελούν αποκλειστικό όργανο προσέγγισης της αρχαίας γραμματείας, γινόμενα όργανο της ζωντανής πνευματικής παραγωγής του σύγχρονου κόσμου. Οφείλουν έτσι να ενταχθούν στο πλαίσιο διδασκαλίας ξένων γλωσσών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση εγκαταλείποντας τον χώρο των κλασικών σπουδών και των νεκρών γλωσσών. H δημοσίευση αυτή του Eichtal δημιουργεί αντίκτυπο αφού, έστω και για ένα βραχύ χρονικό διάστημα, ξεπερνάει τα σύνορα των ελληνιστών ανακινώντας συζητήσεις στις οποίες εμπλέκονται λόγιοι, ακαδημαϊκοί, επιστήμονες καθώς και άνθρωποι της πολιτικής.

Το εγχείρημα αυτό του Eichtal, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε, θα μείνει εν τέλει σε επίπεδο προγραμματικών δηλώσεων και δεν θα προχωρήσει. Κατά την εποχή αυτή, η άνοδος και η παγίωση των εθνικών γλωσσών, η σταδιακή ανάδυση και παγίωση των αγγλικών ως διεθνούς γλώσσας επικοινωνίας, καθώς και η, έστω και δειλή, υποχώρηση των ελληνικών από την αρχή του αιώνα δεν θα αφήσουν σημαντικά περιθώρια για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Η πρότασή του κάνει την εμφάνισή της σε μια φάση όπου ο ρόλος των ελληνικών περιορίζεται σταδιακά, ενώ ταυτόχρονα οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν κατακτήσει ή κατακτούν τον κόσμο με την αποικιοκρατική επέκταση της γηραιάς ηπείρου και την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Ουσιαστικά, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράλληλο φαινόμενο, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, με αυτό της ελληνικής επέκτασης που λαμβάνει χώρα με τη μακεδονική κατάκτηση.

Επίλογος

H ελληνική, παρόλο που αρχίζει να υποχωρεί κατά τον 19ο αιώνα, δεν παύει να αποτελεί τουλάχιστον έως το τέλος του μια γλώσσα με την οποία γαλουχούνται οι δυτικές εγγράμματες ελίτ. Το γεγονός αυτό έχει τις ρίζες του στην Αναγέννηση και αντικατοπτρίζει τον ρόλο της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, γραμματείας και επιστήμης από την πρώιμη φάση της Αναγέννησης έως τον τρέχοντα αιώνα στην Ευρώπη. Ουσιαστικά η ελληνική υπήρξε το εργαλείο της μετακένωσης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και επιστήμης, ενώ αργότερα, κατά τον 19ο αιώνα, αποτέλεσε και μέσο προώθησης της σύγχρονης γλωσσολογικής έρευνας. Βέβαια, ήδη σε αυτόν τον αιώνα, αλλά κυρίως στον επόμενο, οι επιστήμες, οι ανθρωπιστικές σπουδές και η φιλολογία θα φτάσουν σε υψηλά σημεία καλλιέργειας, αφομοιώνοντας και άλλα ιστορικά ρεύματα σκέψης, πέραν της αρχαιοελληνικής, ενώ ταυτόχρονα εκφράζονται μέσα από τις «νέες γλώσσες» της Ευρώπης. Αυτές οι «νέες γλώσσες» αναδύονται, κωδικοποιούνται και τυποποιούνται βασισμένες στις δημώδεις της Αναγέννησης, αντικαθιστώντας τις περισσότερες φορές τα λατινικά, ενώ γίνονται το όχημα των νέων ρευμάτων σκέψης που αναφαίνονται στον ευρωπαϊκό πνευματικό ορίζοντα. Μέσα σε αυτή την ιστορική πορεία, η ελληνική, από όργανο μετακένωσης της αρχαιοελληνικής σκέψης και αναγκαίο και απαραίτητο εργαλείο κάθε εγγράμματου στη δυτική Ευρώπη μέχρι και τον 19ο αιώνα, θα υποχωρήσει και θα περιοριστεί κατέχοντας πλέον σημαντική θέση αποκλειστικά στα εγκύκλια προγράμματα των κλασικών σπουδών.

Βιβλιογραφία

  1. BERSCHIN, W. 1988. Greek elements in Medieval Latin manuscripts. ΣτοThe Sacred Nectar of the Greeks: The Study of Greek in the West in the Early Middle Ages, επιμ. M. W. Herren, 85-104. Exeter: King College London Medieval Studies.
  2. BROWNING, R. [1969] 1995. H ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα. Mτφρ. Μ. Κονομή. 2η έκδ. Αθήνα: Παπαδήμα.
  3. DIONISOTTI, C. 1988. Greek grammars and dictionaries in Carolingian Europe. ΣτοThe Sacred Nectar of the Greeks: The Study of Greek in the West in the Early Middle Ages, επιμ. M. W. Herren, 1-56. Exeter: King College London Medieval Studies.
  4. GIARD, L. 1992. L'entrée en lice des vernaculaires. Στο Histoire des idées linguistiques, επιμ. S. Auroux, 2ος τόμ., 206-225. Λιέγη: Mardaga.
  5. ΚΑΡΑΝΤΖΟΛΑ, Ε. 2001. Aπό τον Ουμανισμό στον Διαφωτισμό: Η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής και της γραμματικής της. Στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. A. Φ. Xριστίδης, 928-934. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
  6. OLENDER, Μ. 1989. Les Langues du paradis: Ariens et Sémites. Παρίσι: Seuil.
  7. ΠΕΤΡΟΥΝΙΑΣ, E. B. 2001. H προφορά της αρχαίας ελληνικής τους νεότερους χρόνους. Στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. A. Φ. Xριστίδης, 947-949. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
  8. ROTOLO, V. 2001. Οι τύχες της αρχαίας ελληνικής κατά τους μέσους χρόνους. Στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, επιμ. A.-Φ. Xριστίδης, 918-927. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
  9. RICHÉ, Ρ. 1988. Le grec dans les centres de culture d'occident. Στο The Sacred Nectar of the Greeks: The Study of Greek in the West in the Early Middle Ages, επιμ. M. W. Herren, 143-168. Exeter: King College London Medieval Studies.
  10. ――― [1979] 1999. Ecoles et enseignement dans le Haut Moyen Age, Fin du Ve siècle-milieu du XΙe siècle. Παρίσι: Picard.
  11. SALAMA-CARR, M. 1990. La Traduction à l'époque abbasside. Παρίσι: Didier Erudition.
  12. SALADIN, J.-C. 2000. La Bataille du grec à la Renaissance. Παρίσι: Les Belles Lettres.
  13. VERSTEEGH, C. 1977. Greek Elements in Arabic Linguistic Thinking. Leiden: E.J. Brill.

1 Τα ελληνικά ως ομιλούμενη ή πολύ συχνά και ως γραμματειακή γλώσσα είναι παρόντα στη νότια Ιταλία, τη Σικελία και τη Σαρδηνία. Κατά περιόδους μάλιστα κατέχουν σημαντική θέση στο πλαίσιο αυτών των κοινωνιών: «Στη Σαρδηνία, στη Σικελία, ο ελληνικός πολιτισμός είναι πάντοτε ζωντανός», μέχρι τον έβδομο αιώνα, «και η ελληνική γλώσσα υπερίσχυσε της λατινικής όπως μαρτυρούν οι επιγραφές» (Riché 1988, 146)

2 Θα μιλήσουμε για μεταρρυθμισμένη προφορά στο μέτρο που οι περισσότεροι υποστηρικτές της συμφωνούν πως δεν μπορεί να ταυτιστεί απόλυτα με τη νεοελληνική. Το φαινόμενο του ιωτακισμού, για παράδειγμα, αναγκάζει την εισαγωγή κανόνων διαφορετικών από αυτούς της νέας ελληνικής. Στη βάση του όμως, το μοντέλο που προτείνουν τείνει προς τους κανόνες της νέας γλώσσας παρά προς το ερασμιακό μοντέλο.

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 10:51