ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΒΑΣΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός 

Γλωσσική ποικιλία [Α9] 

Ρέα Δελβερούδη (2001) 

Κείμενο 15: Calvet, L.-J. 1994. L'argot. Que sais-je?. Παρίσι: Presses Universitaires de France, σελ. 6-8 & 113-117, © Presses Universitaires de France.

Στην αρχή, μια κρυπτική λειτουργία

Οι γλώσσες, δεν χρειάζεται να το υπενθυμίσουμε, μεταξύ των υπολοίπων λειτουργιών που επιτελούν, εξασφαλίζουν και την επικοινωνία. Και αυτό το προφανές γεγονός έχει πολλές και σοβαρές συνέπειες. Πράγματι, όσο πιο προβληματική είναι η επικοινωνία (όταν, για παράδειγμα, μιλάμε με κάποιον ξένο) τόσο πιο πολύ ο ομιλητής θα έχει την τάση να αναζητεί απλά σχήματα, τρέχοντα. Η σκοπιά αυτή μας επιτρέπει να καταλάβουμε τη γέννηση των κοινών γλωσσών, των οποίων προορισμός ήταν να διευκολύνουν την επικοινωνία, μεταξύ των περισσοτέρων δυνατόν ανθρώπων· μας επιτρέπει, ακόμη, να εντοπίσουμε τις διαφορετικές χρήσεις της ίδιας γλώσσας: συνθηματική χρήση ή ντοπιολαλιά σε ορισμένες περιπτώσεις, κοινή χρήση σε άλλες περιπτώσεις. Έτσι, τα αγγλικά που μιλούν δύο γηγενείς της Οξφόρδης ή της Βοστόνης δεν έχουν παρά ελάχιστα κοινά σημεία με τα αγγλικά που χρησιμοποιούν δύο επιχειρηματίες, ο ένας γερμανός και ο άλλος ιάπωνας, ή ο γάλλος τουρίστας και ο έλληνας ξενοδόχος.

Η θεώρηση, εντούτοις, της γλώσσας ως "εργαλείου επικοινωνίας", αμφισβητήσιμη εξάλλου από επιστημονική άποψη, είναι στενά συνδεδεμένη με τα άτομα που συμμετέχουν στη διεπίδραση κι αφήνει κατά μέρους τα "εχθρικά αυτιά που ακούνε": όταν μιλάμε σε κάποιον, υπάρχει πάντα κάποιος άλλος από δίπλα που μας ακούει, δίνοντας περισσότερη ή λιγότερη προσοχή σε αυτά που λέμε. Ο δημόσιος χαρακτήρας του λόγου δημιουργεί καμιά φορά συμπεριφορές που εγγράφονται στην επικοινωνία: μπορεί, βέβαια, να μιλάμε για τους άλλους, και να μην μας ενοχλεί καθόλου, όταν στο εστιατόριο, στο διπλανό τραπέζι, μοιάζουν να ενδιαφέρονται για τα λεγόμενά μας. Υπάρχουν, όμως, και οι αντίθετες περιπτώσεις, όπου οι ομιλητές δεν έχουν κανένα συμφέρον να τους καταλάβουν και ξένα αυτιά. Είναι, για παράδειγμα, οι έμποροι οι οποίοι συζητάνε μεταξύ τους, μπροστά στους πελάτες και έχουν να πουν πράγματα που πρέπει να κρατήσουν μυστικά (δώσε του το χθεσινό ψωμί), ή οι κλέφτες οι οποίοι ετοιμάζουν το κόλπο τους και δεν θέλουν να τους καταλάβει κάποιος τρίτος. Πρόκειται για καταστάσεις που επέτρεψαν να γεννηθούν οι κρυπτικές χρήσεις της γλώσσας, χρήσεις, δηλαδή, οι οποίες τείνουν να περιορίσουν την επικοινωνία σε μια μικρή ομάδα, σε έναν κύκλο μυημένων.

Κρυπτικός, από το ελληνικό κρυπτός 'κρυφός'. Η ρίζα της λέξης συμμετέχει στην σύνθεση όρων όπως κρυπτόγραμμα, κείμενο γραμμένο σε μυστική γραφή ή κρυπτογενετικός 'άγνωστης προέλευσης'. Μια κρυπτική γλώσσα είναι, λοιπόν, μια γλώσσα η οποία κρύβει το νόημά της από τους μη μυημένους.

Η κρυπτική λειτουργία εμπεριέχει, ως εκ τούτου, γλωσσικούς τύπους οι οποίοι παραλλάσσουν τη σημασία και θα δούμε πως υπάρχουν ποικίλοι τρόποι να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Στις αργκό (εδώ ο πληθυντικός είναι σημαντικός), λοιπόν, οφείλονται γλωσσικοί τύποι οι οποίοι προέρχονται από την κοινή γλώσσα και επιτρέπουν την επικοινωνία σε μια κλειστή ομάδα, την ομάδα των μυημένων και συνιστούν γλωσσική απάντηση σε μια ανάγκη (ανάγκη μυστικότητας, αδιαφάνειας κλπ.). Κατ' αυτή την έννοια, πρέπει να τοποθετήσουμε την αργκό σε ένα πολύ ευρύτερο πλαίσιο, το πλαίσιο των ειδικών γλωσσών

Θα θέλαμε να θέσουμε μια γενικότερη και πιο θεωρητική προβληματική. Γνωρίζουμε πως η λεγόμενη γλωσσολογία της ποικιλότητας [linguistique variationniste] διακρίνει μεταξύ αυτού που αποκαλούμε μεταβλητή και αυτού που αποκαλούμε παραλλαγή. Μεταβλητή είναι ένα πεδίο διασποράς, το σύνολο των δυνατοτήτων πραγμάτωσης ενός γλωσσικού τύπου, μιας δομής, ενός ήχου. Και κάθε μία από αυτές τις πραγματώσεις είναι μια παραλλαγή. Ας πάρουμε ένα λεξικό παράδειγμα, την serpillière 'σφουγγαρίστρα', την οποία λέμε, ανάλογα με την περιοχή panosse (στην Σαβοΐα και την Ελβετία), wassingue (στον βορρά), torchon (στα ανατολικά), since (στα νοτιοδυτικά) κλπ. Οι διαφορετικές ονομασίες συνιστούν παραλλαγές, γεωγραφικές σε αυτήν την περίπτωση, και το σύνολό τους (serpillière + panosse + wassingue + torchon + since) συνιστά μια μεταβλητή. Αν, όμως, η διαφορά μεταξύ panosse και wassingue είναι στην ουσία γεωγραφική, δεν ισχύει το ίδιο για τις διαφορές μεταξύ épouse 'σύζυγος', femme 'γυναίκα', meuf 'γκόμενα', gonzesse 'γκόμενα'. Εδώ η μεταβλητή είναι κοινωνική και μπορούμε να ακούσουμε τις παραλλαγές στο ίδιο γεωγραφικό σημείο από διαφορετικά στόματα ή με διαφορετικές λειτουργίες.

Γιατί μπορούμε να θεωρήσουμε την γλώσσα ως μια τεράστια μεταβλητή και τα διαφορετικούς της τύπους ως παραλλαγές -η αργκό είναι μία από αυτές τις παραλλαγές- κάτι που ισοδυναμεί με το να θεωρήσουμε πως η αργκό δεν υπάρχει ως μεμονωμένη μορφή, πως είναι μόνον μια ορισμένη πραγμάτωση μιας γενικότερης μορφής. Εδώ πρέπει να εισαγάγουμε την έννοια της απόκλισης ή της διαφοράς και να πούμε πως όσο πιο διαφορετική είναι μια ομάδα από την μέση κοινωνική ομάδα ή από την κυρίαρχη ομάδα, τόσο πιο πολύ η γλωσσική μορφή που χρησιμοποιεί θα είναι διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιεί η μέση ή η κυρίαρχη ομάδα (αυτό που ο Pierre Bourdieu αποκαλεί νομιμοποιημένη μορφή). Κατ' αυτή την έννοια, η χρήση των τύπων της αργκό είναι ένας τρόπος να τοποθετηθεί αυτός που τους χρησιμοποιεί απέναντι στην εξουσία: διαμέσου της νομιμοποιημένης γλώσσας η οποία είναι ένα από τα σύμβολά της. Έχω υποδείξει αλλού πως οι ποικιλίες της γλώσσας μας καθορίζονται από τρεις παραμέτρους, μια κοινωνική παράμετρο, μια γεωγραφική παράμετρο και μια ιστορική παράμετρο και πως η γλώσσα γνωρίζει ποικιλίες σε αυτούς τους τρεις άξονες: διαστρωματικές ποικιλίες (όσες αφορούν τις κοινωνικές ομάδες), διατοπικές ποικιλίες (συνδεδεμένες με περιοχές) και διαχρονικές ποικιλίες (συνδεδεμένες με τον χρόνο και με τις διαφορές μεταξύ των ηλικιακών ομάδων).

Η χρήση της γλώσσας είναι, λοιπόν, ένας τρόπος να πάρει κανείς θέση σε αυτούς τους τρεις άξονες, ένας τρόπος να διεκδικήσει την υπαγωγή του σε μια κοινωνική ομάδα, έναν τόπο, μια ηλικιακή ομάδα. Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να αναλύσουμε την αφομοίωση από τη γλώσσα των νεολογισμών της αργκό και τις αντιστάσεις της νόρμας στους ίδιους νεολογισμούς. Η κυκλοφορία των καινοτομιών χαράσσει, πράγματι, τα όρια μεταξύ αυτού που είναι αποδεκτό και αυτού που δεν είναι -η αποδεκτότητα πρέπει να εννοηθεί τόσο με την κοινωνική όσο και με τη γλωσσική έννοια. Για παράδειγμα, το γεγονός πως ένα μέρος του λεξιλογίου της αργκό περνά στο γενικό λεξιλόγιο της γλώσσας μαρτυρεί για τη δυνατότητα κοινωνικής αποδοχής: η νόρμα δέχεται να ανοίξει τις πύλες της σε λέξεις που έχουν γεννηθεί σε σφαίρες οι οποίες ορίζουν τον εαυτό τους σε αντιδιαστολή με την νόρμα, η νομιμοποιημένη γλώσσα αποδέχεται μη νομιμοποιημένες λέξεις, όπως και η αστική τάξη μπορεί να δεχτεί να αναγνωρίσει νόθα παιδιά. Όταν, όμως, περνούν από το πεδίο της αργκό στο πεδίο της γενικής γλώσσας συντακτικές καινοτομίες (όπως, ας πούμε, οι αμετάβατες χρήσεις του ρήματος craindre 'φοβάμαι' και assurer 'εξασφαλίζω'), το πέρασμα μαρτυρεί για ενός άλλου τύπου αποδοχή, καθαρά γλωσσική: η γλώσσα μπορεί να ενσωματώσει ή να μην ενσωματώσει παρόμοιες δομές, ανάλογα με το εάν αμφισβητούν ή όχι το σύνολο του γλωσσικού συστήματος. Διακυβεύονται τότε ολότελα διαφορετικά πράγματα, στο κάτω κάτω της γραμμής πρόκειται για την επιβίωση του συστήματος.

Η καινοτομία, η ποικιλομορφία, η αποδεκτότητα βρίσκονται στο κέντρο μιας προβληματικής που αφορά το μέλλον της γλώσσας και των γλωσσών. Όσο μια γλώσσα μπορεί να ενσωματώνει τις καινοτομίες, μεταλλάσσεται, εξελίσσεται. Όταν τις απορρίπτει, όταν οι δομές της δεν μπορούν να αντέξουν έναν κάποιον βαθμό ποικιλομορφίας, χωρίζεται από τη γλωσσική μορφή που έχει απορριφθεί από τη νόρμα, και μπορεί με την σειρά της να γίνει ο πυρήνας μιας παράλληλης εξέλιξης, ένα είδος διπλασιασμού. Τα γαλλικά της Αφρικής συνιστούν, προς το παρόν, μια παραλλαγή των γαλλικών, μακροπρόθεσμα όμως θα μπορούσαν να γίνουν η αφετηρία για την εξέλιξη προς μια άλλη γλώσσα η οποία θα κατάγεται από τα γαλλικά.

Από αυτή την άποψη, οι τύποι της αργκό δεν είναι σε θέση να συστήσουν καινούργια γλώσσα: αλλάζουν πολύ γρήγορα, ενσωματώνονται στην καθομιλούμενη γλώσσα ή εξαφανίζονται. Και η αργκό ενσωματώνεται και αυτή σε ένα συνεχές δεξιοτήτων. Ένας ομιλητής έχει σε γενικές γραμμές τη δυνατότητα να παράγει ποικίλους τύπους, οι οποίοι (ανάλογα με την περίπτωση και ανάλογα με τον συνομιλητή) θα καταταχθούν ως αποδεκτοί ή μη αποδεκτοί, ως επιτηδευμένοι, λαϊκοί ή της αργκό. Από αυτή τη σκοπιά θα πρέπει να αναλύσουμε την εξαφάνιση της αργκό με την κλασική έννοια του όρου (κρυφή γλώσσα του Χώρου, κλπ.) και τη σταδιακή απώλεια της κρυπτικής της λειτουργίας προς όφελος μιας λειτουργίας την οποία θα ονομάζαμε ταυτοτική. Στην επικοινωνία, το προφανές, δηλωμένο περιεχόμενο περνάει σε δεύτερο πλάνο, πίσω από το λανθάνον, συνυποδηλούμενο περιεχόμενο και ένα σύνταγμα σαν το σπάστα και ξαναρίχτα στα ελληνικά, δηλώνει μεν ό,τι λέει ('δεν κατάλαβα, επανάλαβε'), συνδηλώνει δε όλα όσα υπάρχουν πίσω από την επιλογή να μιλήσει κανείς μάγκικα: την αναζήτηση μιας ταυτότητας, μιας κουλτούρας του ενδιάμεσου χώρου (με την έννοια που το χρησιμοποιούν οι κοινωνιολόγοι του Σικάγου), την άρνηση της νομιμοποιημένης γλώσσας και, πίσω από αυτήν, του σχολείου, των ενηλίκων, της κοινωνίας…

Λέει ο Gaston Esnault: "Θεωρούμε "λαϊκές" τις λέξεις των ακίνδυνων ομάδων, "κακές" τις λέξεις των ομάδων που τείνουν προς την παρανομία. Η διαχωριστική γραμμή, όμως, είναι διαρκώς υπό αναθεώρηση". Τι εννοεί, η διαχωριστική γραμμή χωρίζει τις "λαϊκές" λέξεις από τις λέξεις της "αργκό" ή τις "ακίνδυνες ομάδες" από τις "ομάδες που τείνουν προς την παρανομία"; Η ερώτηση δεν είναι ρητορική· αφορά, αντίθετα, τον ορισμό της γλωσσικής κοινότητας. Σε ένα βιβλίο αφιερωμένο στην παρουσίαση της κοινωνιογλωσσολογίας, είχα υπαινιχθεί πως "το αντικείμενο έρευνας της γλωσσολογίας δεν είναι μόνον η γλώσσα ή οι γλώσσες, αλλά η γλωσσική κοινωνική κοινότητα ιδωμένη μέσα από την γλωσσική της σκοπιά". Ετούτη η κοινότητα η οποία συμπεριλαμβάνει εξίσου "ακίνδυνες ομάδες" και "ομάδες που τείνουν προς την παρανομία" (για να χρησιμοποιήσουμε την διατύπωση του Esnault, μολονότι αυτό το λεξιλόγιο είναι πια ξεπερασμένο) χαρακτηρίζεται από την σχέση της με τη γλώσσα, από το γεγονός ότι, όπως το έγραψε ο William Labov, τα μέλη της μοιράζονται τις ίδιες νόρμες ως προς τη γλώσσα. Η αργκό, όπως και οι υπόλοιπες γλωσσικές μορφές, υπάγεται σε αυτές τις νόρμες και η χρήση της αποκαλύπτει πως ο ομιλητής παίρνει κοινωνική θέση. Ο ομιλητής ο οποίος χρησιμοποιεί την αργκό μπορεί να μην γνωρίζει άλλη ποικιλία των γαλλικών (δεν έχει, δηλαδή, επιλογή) ή μπορεί να κατέχει κι άλλες και να επιλέγει συνειδητά αυτή την ποικιλία, αλλά και στις δύο περιπτώσεις, ξέρει πως κατ' αυτό τον τρόπο παίρνει θέση απέναντι στη "νομιμοποιημένη γλώσσα", είτε τη γνωρίζει είτε όχι.

Τελευταία Ενημέρωση: 16 Ιούν 2010, 11:05