κρεολή [creole language]

κρεολή [creole language]

Κρεολή καλείται μια πρώην πίτζιν γλώσσα που έχει εξελιχθεί σε (τυποποιημένη ) μητρική γλώσσα μιας γλωσσικής κοινότητας . Καθώς μια γλώσσα γίνεται κρεολή, το λεξιλόγιο, η γραμματική και οι λειτουργίες της γίνονται πιο πολύπλοκα (σε αντίθεση με τις πίτζιν) και εξισώνονται με τα αντίστοιχα επίπεδα κάθε άλλης φυσικής γλώσσας. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές περιπτώσεις κρεολών που προσεγγίζουν τις μητροπολιτικές νόρμες στην προφορά, στις λέξεις και στη σύνταξη . Στην κρεολή παρατηρούνται νέοι σχηματισμοί λέξεων και ενίσχυση του λεξιλογίου της από δανεισμό . Οι κρεολές σπάνια (όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Tok Pisin που έχει ως βάση της την αγγλική) έχουν το κύρος από το οποίο περιβάλλονται οι επίσημες γλώσσες που έχουν μακρά παράδοση. Η κατηγοριοποίηση μιας κρεολής γίνεται με βάση ποια φυσική γλώσσα είναι η κύρια πηγή του λεξιλογίου της. Έτσι π.χ. έχουμε τη γαλλική κρεολή (Λουιζιάνα, Γαλλική Γουιάνα, Αϊτή, Μαυρίκιος), την αγγλική (Χαβάη), την ολλανδική (Τζώρτζταουν) κλπ. Οι κρεολές θεωρούνται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γλωσσικής ποικιλότητας που οφείλεται στην επαφή των γλωσσών .

N. Kατσώχης

Πηγές

  • Bussmann, H. 1996. Routledge Dictionary of Language and Linguistics. Μτφρ. & επιμ. G. Trauth & K. Kazzazi. Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Routledge.
  • Asher, R. E., επιμ. 1994. The Encyclopedia of Language and Linguistics. 10 τόμ. Οξφόρδη & Νέα Υόρκη: Pergamon Press.