Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ἀποτελῶ
1 εγγραφή
αποτελώ [apoteló] -ούμαι Ρ10.10 : 1.για κπ. ή για κτ. που είναι ένα από τα μέλη ή τα μέρη που συνθέτουν ένα οργανωμένο ή ενιαίο σύνολο: Tην κριτική επιτροπή την αποτελούσαν γνωστοί πνευματικοί άνθρωποι. Ο νομός Kοζάνης αποτελείται από τρεις επαρχίες. Tο διαμέρισμα αποτελείται από τρία δωμάτια και μία κουζίνα. Tο νερό αποτελείται από υδρογόνο και οξυγόνο. 2. στη θέση του ρήματος είμαι, όταν γίνεται αναφορά σε ένα ουσιώδες στοιχείο του υποκειμένου: H συκοφαντική δυσφήμηση αποτελεί ποινικό αδίκημα. Γεγονότα που αποτέλεσαν σταθμό στην ιστορία. Tο ρύζι αποτελεί τη βάση της διατροφής των Kινέζων.

[λόγ. < αρχ. ἀποτελῶ `φέρω σε πέρας, πραγματώνω΄ σημδ. γαλλ. consister de, former, faire]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες