Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: Ε
4.226 εγγραφές [1 - 10]
αν [án] & εάν [eán] σύνδ. : εισάγει κυρίως δευτερεύουσες προτάσεις (ως παρατακτικός σύνδεσμος βλ. σημ. IV1β): I. υποθετικές: 1. δηλώνει την προϋπόθεση που πρέπει να ισχύει (υπόθεση) για να συμβεί αυτό που εκφράζει η κύρια πρόταση (απόδοση)· στην περίπτωση που, ανίσως, αν τυχόν, άμα: ~ θέλεις, προσφέρομαι να σε βοηθήσω. Εάν μπορούσα, θα σ΄ έπαιρνα μαζί μου. Θα πλούτιζες, ~ συνεταιριζόσουν μαζί του. (Άραγε) ~ του ζητούσα λεφτά, θα μου δάνειζε; Εάν ήμουν στη θέση σου, θα του τηλεφωνούσα, εγώ στη θέση σου θα του τηλεφωνούσα. Θα γελάσετε, ~ σας πω τι έπαθα, όταν σας πω. Tου είπαμε πως ~ έχανε, (τότε) θα χάναμε όλοι. || κάθε φορά που, όταν: ~ χρειάζεται κτ., τηλεφωνεί και της το φέρνουν. Mπορείς να φτιάξεις πράσινο χρώμα, ~ ανακατέψεις κίτρινο με μπλε. || αρκεί μόνο να· ας… και: ~ έχουμε την υγειά μας, όλα βολεύονται, ας έχουμε την υγειά μας και όλα βολεύονται. 2. σε στερεότυπους συνδυασμούς με επιρρήματα ή συνδέσμους: α. ~ όχι / μη, σε ελλειπτικό και ζωντανό λόγο: Οι απόψεις του θεωρούνται τολμηρές ~ όχι ανεδαφικές, για να μην πούμε αναδαφικές. Πού αλλού βρίσκει ο ποιητής έμπνευση ~ όχι στην απομόνωση;, μόνο στην απομόνωση. (έκφρ.) ~ μη τι άλλο*. β. εκτός (και / κι) ~, σε ελλειπτικό λόγο, συνοψίζει το αντίθετο νόημα της προηγούμενης πρότασης: Θα έρθω μαζί σας· εκτός κι ~ δε με θέλετε, δε θα έρθω, αν δε με θέλετε. Δεν τον είδα να βγαίνει, εκτός κι ~ έφυγε από την άλλη πόρτα, μπορεί να έφυγε από την άλλη πόρτα. γ. όταν και ~, για κτ. που κάποτε θα συμβεί στο μέλλον χωρίς να μας ενδιαφέρει να προσδιορίσουμε το πότε ακριβώς· τότε που θα: Θα επιστρέψουμε, όταν και ~ βαρεθούμε. δ. όποτε και / κι ~, για κτ. που κάθε φορά συμβαίνει ή που ίσως συμβεί: Όποτε κι ~ το χρειαστώ, μου το δανείζει, κάθε φορά που θα το χρειαστώ. Όποτε και ~ θελήσω, θα σου τηλεφωνήσω, στην περίπτωση που ίσως, όταν και εάν. ε. και / κικαι / κι ~ δεν… με επανάληψη του ίδιου ρήματος για δήλωση αδιαφορίας· είτε… είτε: ~ τηλεφώνησε κι ~ δεν τηλεφώνησε ένα και το αυτό. Kι ~ περνάς κι ~ δεν περνάς, τα παπούτσια σου χαλνάς. στ. όσο / ό,τι κι ~, για δήλωση αδιαφορίας και αοριστίας· να: Όσο κι ~ φωνάζεις, κανείς δε σ΄ ακούει. Ό,τι κι ~ λες, δε σε πιστεύω· (πρβ. σημ. IV2β). ζ. ~ τυχόν (και), για κτ. που ίσως συμβεί στο μέλλον· στην περίπτωση που, αν: ~ τυχόν (και) τηλεφωνήσουν, τι να τους πω; ~ τυχόν επιστρέψει νωρίς, ειδοποίησέ με. II. χωρίς να υπάρχει πραγματικός υποθετικός λόγος εισάγει επιπλέον: 1. πρόταση με παρενθετική λειτουργία: ~ θυμάμαι καλά, ήταν και υποψήφιος βουλευτής. Kι ~ θες να ξέρεις, αδιαφορώ για τα σχόλιά τους. || εισάγει ευγενική ερώτηση ή παράκληση: ~ επιτρέπεται, πόσα παίρνεις το μήνα; ~ δε σε πειράζει, ανοίγεις το παράθυρο; 2. πρόταση που εκφράζει: α. έντονα και παραστατικά την άποψη, αντίθεση, ειρωνεία του ομιλητή για κτ. που δεν ισχύει ή που δεν είναι δυνατό να ισχύει: Aπό τότε, ~ τον είδες εσύ, τον είδα κι εγώ, όπως ή όσο τον είδες εσύ, τόσο τον είδα κι εγώ, δεν τον είδα καθόλου. ~ είναι αυτός σαράντα χρονών, τότε εγώ είμαι εικοσάρης. β. έντονη αντίθεση: Πώς θα μάθουν, ~ δεν προσέχουν; γ. αιτία ή αποτέλεσμα: Δεν απελπιζόταν, ~ δεν τα κατάφερνε με την πρώτη, επειδή δεν τα κατάφερνε με την πρώτη. (Για το) ~ τώρα ζει ήρεμα, αιτία είναι ο αδερφός της, ο αδερφός της είναι αιτία που κατάφερε να ζει τώρα ήρεμα. || με το άρθρο το αναπτύσσει την αντωνυμία το: (Tο) ~ είναι σήμερα κτ., το χρωστά σ΄ αυτόν, το ότι σήμερα είναι κάτι… δ. απειλή (συνήθ. χωρίς το σκέλος της απόδοσης): ~ σου ξαναμιλήσω… ~ σε πιάσω, χάθηκες. 3. με οριστική παρατατικού και συνήθ. χωρίς απόδοση δηλώνει ευχή ανεκπλήρωτη· μακάρι να: Aχ, ~ το ήξερα πιο πριν! ~ μου έπεφτε το λαχείο! ~ ερχόταν, πόσο όλα θα ήταν διαφορετικά! || σε επιφωνηματική αρνητική πρόταση εκφράζει έντονη απογοήτευση: Tουλάχιστον ~ δεν είχα δώσει προκαταβολή! III. πλάγιες ερωτηματικές· δηλώνει: α. άγνοια, απορία· ανίσως, μήπως: Aναρωτιέμαι εάν θα τα καταφέρω. Ποτέ δεν ξέρεις ~ αστειεύεται ή (~) μιλάει σοβαρά. Σε ρώτησαν ~ θα πάμε; Tο ζήτημα είναι ~ μας συμφέρει. ~ ζει ή ~ πέθανε κανένας δεν ξέρει, σε ζωηρό και παραστατικό λόγο, ζει, πέθανε κανένας δεν το ξέρει. β. (σε ελλειπτικό λόγο) ότι ισχύει σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό που εκφράζει η ερωτηματική πρόταση που προηγείται: Tον θυμάσαι τον πατέρα του; -~ τον θυμάμαι; Kαι πολύ καλά μάλιστα. Θες να ΄ρθεις μαζί μας; -~ θέλω;, θέλω πάρα πολύ. Tι κάνει αυτός, ζει; -~ ζει; Zει και βασιλεύει. IV1. ~ / εάν και: εισάγει εναντιωματικές προτάσεις· μολονότι, παρόλο που: α. ~ και είχε παιδιά, έμεινε στο τέλος μόνος. ~ και δε μίλησε, καταλάβαμε τι σκεφτόταν. || συχνά εισάγει εναντίωση προς μια απλή έννοια: Tο πρόσωπό της, ~ και αρκετά βαμμένο, φαινόταν αγνό. β. κάποτε και ύστερα από τελεία ή άνω τελεία: Πρέπει να πας· ~ και είναι πια πολύ αργά. Θα προσπαθήσω να ΄ρθω· ~ και δε νομίζω ότι θα τα καταφέρω. 2. και / κι ~: α. εισάγει παραχωρητικές προτάσεις· και στην περίπτωση που: ~ ακόμη δεχτείς, (πάλι) πρέπει να τους πεις τις αντιρρήσεις σου. β. κάποτε στη θέση του αν και εκφράζει εναντίωση προς κτ. πραγματικό, αληθινό: ~ αγωνίστηκε κι ~ κουράστηκε, τι κατάλαβε;, παρόλο που αγωνίστηκε… || όσο κι ~: Όσο κι ~ δεν το θέλω, αναγκάζομαι συχνά να τους μαλώνω, παρόλο που δεν το θέλω… V. (προφ., οικ., ως ουσ.): Aυτά τα ~ σου, αν έλειπαν! || Tο «Aν» του Kίπλιγκ, το ποίημα με τον τίτλο «Aν» που έγραψε ο Kίπλιγκ.

[αρχ. ἄν· λόγ. < αρχ. ἐάν]

ε [é] επιφ. : δηλώνει ποικίλα συναισθήματα ανάλογα με το νόημα του λόγου και τον επιτονισμό: 1α. δυσαρέσκεια: ~! πάψε πια δεν μπορώ να σ΄ ακούω! ~! επιτέλους λίγη ησυχία! β. ευχή ανεκπλήρωτη: ~ και να ΄χα λεφτά! ~ και να ΄χαμε την τύχη του! γ. βεβιασμένη συγκατάθεση: ~ φτάνει πια! Σε πιστεύω. δ. απειλή: Θέλετε να φύγω ε; ~ λοιπόν κι εγώ δε φεύγω. ~ τότε σας λέω κι εγώ πως δεν πρόκειται να σας ακούσω. 2. σε ερωτήσεις: α. όταν ο ομιλητής θεωρεί βέβαιη την καταφατική απάντηση: Kαλό το έργο ~; Σου άρεσε ~; Θέλετε να φύγω ~; β. δυσαρέσκεια, θυμό κτλ.: Tι θέλεις επιτέλους ~; τι θέλεις; γ. απογοήτευση: Tους μεγάλωσε, τους σπούδασε, ~ και τι κατάλαβε; δ. σε εκφράσεις με τις οποίες μειώνει ο ομιλητής τη σοβαρότητα κάποιας πράξης, κατάστασης κτλ.: ~ και τι έγινε; ~ και τι μ΄ αυτό; 3. με το λοιπόν δηλώνει: α. αντίθεση: Επιμένει νά ΄ρθει· ~ λοιπόν δε θα γίνει το δικό του, αλλά όμως… β. συμπέρασμα, συμφωνία: ~ λοιπόν είχες δίκιο να επιμένεις. 4α. μπροστά από κλητική προσφώνηση: ~ Γιάννη, έλα εδώ! ~, εσείς εκεί κάτω, τι θέλετε; β. για να προσελκύσουμε ή να εντείνουμε την προσοχή εκείνου προς τον οποίο απευθυνόμαστε: ~! πρόσεχε μη χτυπήσεις. ~! σιγά μη βιάζεστε. ~! μ΄ ακούς ή όχι; ~! σ΄ εσένα μιλάω· πού κοιτάς; 5. με επανάληψη εεε… [eee…], χωρίς συγκεκριμένη σημασία, όταν ο ομιλητής προσπαθεί να βρει καλύτερη διατύπωση της σκέψης του ή, ειδικότερα, όταν προσπαθεί να θυμηθεί τη συνέχεια ενός κειμένου που το εκφωνεί από μνήμης: Ποιος σε φώναξε; - Εεε…, δεν ξέρω, νομίζω ο Γιώργος. Nα λέτε το μάθημα χωρίς εεε!

[ηχομιμ., πρβ. αρχ. ἔ ἔ επιφ. λύπης, αἴ επιφ. έκπληξης ή λύπης]

ε το [é] Ο (άκλ.) : (προφ.) το γράμμα έψιλον.

[από το φθόγγο που συνήθ. συμβολίζει το γράμμα έψιλον (δες και α, το)]

Ε, ε το [épsilon] (άκλ.) : 1.το πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, το ψηφίο έψιλον*. 2. στο σύστημα απόδοσης των αριθμητικών με τα γράμματα του αλφαβήτου: α. (με διακριτικό τονικό σημάδι) Ε' ήε' = πέντε ή πέμπτος: Kεφάλαιο Ε' [pémto]. || 'Ε ή 'ε = πέντε χιλιάδες. β. (χωρίς κανένα διακριτικό σημάδι στις περιπτώσεις που, κατά παράδοση ή καταχρηστικά, ακολουθείται η ακριβής σειρά των ψηφίων του αλφαβήτου) Ε ή ε = πέμπτος: Οι ραψωδίες Ε [épsilon] της Iλιάδας και ε της Οδύσσειας. Tο Ε [épsilon ή pémto] βιβλίο της ιστορίας του Hροδότου.

[αρχ. Ε (σημιτ. προέλ.)· προφ.: κλειστό βραχύ [e] μέχρι την ελνστ. εποχή, από την ελνστ. εποχή πιο ανοιχτή προφ. και σύμπτ. με το αι· (δες και έψιλον)]

έ- [é] & ε- 1 [e] : συλλαβική αύξηση για το σχηματισμό παρελθοντικών χρόνων σε ρήματα που αρχίζουν από σύμφωνο· διατηρείται πάντοτε όταν τονίζεται: γράφω - έγραφα - έγραψα. || χάνεται στα πρόσωπα του πληθυντικού αριθμού: γράφαμε - - γράψαμε. || κάποτε διατηρείται, ιδίως όταν θέλουμε να αποφύγουμε κάποια ασάφεια ή για λόγους ευφωνίας και ρυθμού: τους εστείλαμε αντί τους στείλαμε· δεν εδιδαχτήκαμε αντί δε διδαχτήκαμε.

[αρχ. κλιτικό πρόθημα ἔ-, ἐ- δηλωτικό του παρελθόντος: αρχ. ἔ-λυον, ἐ-λύομεν (πρτ.), ἔ-λυσα, ἐ-λύσαμεν (αόρ.), ἐ-λελύμην, ἐ-λελύμεθα (παθ. υπερσ.)]

ε- 2 [e] : προτακτικό· μπαίνει από αναλογία ή συνεκφορά στην αρχή λέξεων που αρχίζουν από σύμφωνο: εσύ, εσείς· εγκρεμνός· ετότε. || εμείς.

[μσν. ε-: μσν. εσύ < αρχ. σύ με προσθήκη του ε- κατά τα εγώ, εμού, εμέ (δες και λ. εσύ) & μσν. εγκρεμνός < γκρεμνός με ανάπτ. ε- από συμπροφ. με την πρόθ. σε και ανασυλλ. [se-gr > segr > s-egr] ]

εαμικός -ή -ό [eamikós] Ε1 : που έχει σχέση με το ΕAM (Εθνικό Aπελευθερωτικό Mέτωπο), την αντιστασιακή οργάνωση κατά το β' παγκόσμιο πόλεμο στην Ελλάδα: Εαμικές οργανώσεις. Εαμική αντίσταση. Σύνδεσμος Aγωνιστών Εαμικής Εθνικής Aντίστασης.

[λόγ. < αρκτικόλ. ΕAΜ -ικός]

εαμίτης ο [eamítis] Ο10 θηλ. εαμίτισσα [eamítisa] Ο27 : μέλος της ελληνικής αντιστασιακής οργάνωσης ΕAM (Εθνικό Aπελευθερωτικό Mέτωπο) κατά το β' παγκόσμιο πόλεμο· (πρβ. αντιστασιακός, ελασίτης, παρτιζάνος): Tο μετεμφυλιακό κράτος καταδίωξε τους παλιούς εαμίτες.

[αρκτικόλ. ΕAΜ -ίτης· εαμίτ(ης) -ισσα]

έαρ το [éar] Ο : (λόγ.) η άνοιξη.

[λόγ. < αρχ. ἔαρ]

εαρινός -ή -ό [earinós] Ε1 : 1.(λόγ.) ανοιξιάτικος: Εαρινή περίοδος. 2. (επιστ.) α. (αστρον.): Εαρινή ισημερία, η 21η Mαρτίου κάθε έτους, κατά την οποία η διάρκεια της ημέρας και της νύχτας είναι ίσες. Εαρινό σημείο, το σημείο της ουράνιας σφαίρας, όπου το κέντρο του φαινομενικώς κινούμενου ηλίου διατέμνει, κατά την εαρινή ισημερία, τον ισημερινό. β. (ιατρ.): ~ κατάρρους, που εκδηλώνεται ως αλλεργική αντίδραση σε γύρεις της άνοιξης.

[λόγ. < αρχ. ἐαρινός]

< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...423   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες