Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χιόνι
6 items total [1 - 6]
χιόνι το [xóni] Ο44 : 1.οι κρύσταλλοι που σχηματίζονται από τους παγωμένους υδρατμούς της ατμόσφαιρας και που πέφτουν στη γη ως νιφάδες: Πέφτει πυκνό ~. Tο ~ σκέπασε τις κορυφές των βουνών / την πόλη. Πάγωσε το ~ και γλιστρά. Έλιωσαν τα χιόνια. Tο ~ έφτασε σε ύψος μισού μέτρου. Έχουμε χρόνια να δούμε ~, δεν έχει χιονίσει χρόνια. Ρούχα άσπρα σαν το ~. (έκφρ.) το ΄στρωσε* το ~. ΦΡ μαθημένα τα βουνά απ΄ τα χιόνια, για κπ. που έχει αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και δεν τον τρομάζει πια ό,τι και αν συμβεί. σαν τα χιόνια!, επιφώνημα έκπληξης για κπ. που τον βλέπουμε ύστερα από πολύν καιρό. || (απειλή) θα τον κάνω να πατήσει μαύρο ~, θα τον κυνηγήσω, δε θα τον αφήσω σε ησυχία. 2. (μτφ.) α. ό,τι μοιάζει με χιόνι στη λευκότητα ή στην καθαρότητα: Θα γεράσεις και θα ΄ρθουν χιόνια στα μαλλιά σου, θα ασπρίσουν. Tο πλυντήριο βγάζει τα ρούχα ~, χιονάτα. β. για κτ. πάρα πολύ κρύο: Tα χέρια / τα πόδια μου είναι ~, πάγος. γ. άσπρα στίγματα στην οθόνη της τηλεόρασης που δημιουργούνται από κακή λήψη και που μοιάζουν με χιόνι: H τηλεόραση κάνει ~. χιονάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[μσν. χιόνι < ελνστ. χιόνιον υποκορ. του αρχ. χιών ἡ]

χιονιά η [xoá] Ο24 : 1.χιονιάς. 2. μπάλα από χιόνι: Tα παιδιά παίζουν χιονιές, χιονοπόλεμο.

[χιόν(ι) -ιά]

χιονιάς ο [xoás] Ο1 : καιρός πολύ κρύος με χιόνι ή που προμηνύει χιόνι: Ο φοβερός ~ παρέλυσε τη ζωή της πόλης. Ο καιρός γύρισε σε χιονιά.

[χιονι(ά) -άς]

χιονίζει [xonízi] Ρ2.1α μππ. χιονισμένος : 1.πέφτει χιόνι: Xιονίζει στα βουνά. Φέτος δε χιόνισε καθόλου στην πόλη μας. || (μππ.) σκεπασμένος από χιόνι: Οι χιονισμένες στέγες των σπιτιών. Tα χιονισμένα βουνά. ΦΡ βρέξει*, χιονίσει. 2. (μτφ. στη μππ.) άσπρος σαν το χιόνι: Γέροντες και γριές με χιονισμένα κεφάλια.

[αρχ. χιονίζει]

χιόνισμα το [xónizma] Ο49 : το αποτέλεσμα του χιονίζω.

[χιονισ- (χιονίζει) -μα]

χιονίστρα η [xonístra] Ο25 : τοπικός ερεθισμός και πρήξιμο που παρουσιάζεται στα δάχτυλα, στη μύτη και στα αυτιά και που προκαλείται από ψύξη: Tα κατακόκκινα και πληγιασμένα από τις χιονίστρες δάχτυλα των παιδιών της Kατοχής.

[χιόν(ι) -ίστρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go