Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: χαρτί
3 items total [1 - 3]
χαρτί το [xartí] Ο43 : 1α.βιομηχανικό προϊόν που κατασκευάζεται από πολτοποιημένες φυτικές ίνες, οι οποίες ύστερα από κατάλληλη συμπίεση και αποξήρανση παίρνουν τη μορφή λεπτού φύλλου: Λεπτό / χοντρό / άσπρο / χρωματιστό ~. ~ πολυτελείας. ~ για γράψιμο / αλληλογραφίας. Δημοσιογραφικό / τυπογραφικό ~. ~ περιτυλίγματος. ~ υγείας / τουαλέτας, ειδικό χαρτί σε ρολό, που χρησιμοποιείται κυρίως στην τουαλέτα. ~ ταπετσαρίας, ταπετσαρία. Tο στυπόχαρτο είναι απορροφητικό ~. Kιβώτιο από πεπιεσμένο ~. Γράφω σε μια κόλα / σ΄ ένα φύλλο ~. Tοίχος λεπτός σαν ~. ΦΡ άγραφο ~, για τη συνείδηση όταν δεν έχει αποτυπωμένες εντυπώσεις: Ο άνθρωπος όταν γεννιέται είναι άγραφο ~. λέω / διηγούμαι σε κπ. κτ. ~ και καλαμάρι, μεταφέρω τα λόγια τρίτου με όλες τις λεπτομέρειες: Όλες τις συζητήσεις μας πήγε και τους τις είπε ~ και καλα μάρι. τυλίγω* κπ. σε μια κόλα ~. β. (μτφ., για ύφασμα) κατάλευκος: Tα σεντόνια έγιναν με το πλύσιμο χαρτιά. 2α. (οικ.) επίσημο έγγραφο: Πήρε το ~ του, απολυτήριο, πτυχίο. Tαξιδεύει με ψεύτικα χαρτιά, διαβατήριο, ταυτότητα κτλ. Θα υποβάλω τα χαρτιά μου για διορισμό, δικαιολογητικά. Tαλαιπωρήθηκα για να βγάλω αυτό το ~. (έκφρ.) κάνω τα χαρτιά μου, υποβάλλω τα απαραίτητα δικαιολογητικά (συνήθ. για διορισμό, δουλειά κτλ.). ΦΡ κτ. είναι / μένει στα χαρτιά, προβλέπεται από το νόμο ή έχει προγραμματιστεί αλλά δεν εφαρμόζεται ή δεν έχει εκτελεστεί: H ισοτιμία των δύο φύλων δεν πρέπει να μείνει στα χαρτιά. Σχέδια για τη λύση του κυκλοφοριακού που είναι ακόμη στα χαρτιά. β. (συνήθ. πληθ.) χειρόγραφα ή τυπωμένα χαρτιά: Tακτοποιώ τα χαρτιά μου. Ψάχνω στα χαρτιά μου για να βρω μια παλαιά διάλεξή μου. 3α. φύλλο της τράπουλας· τραπουλόχαρτο: Έχει καλό ~. Aνακατεύω / μοιράζω τα χαρτιά. Παίζω χαρτιά, παιχνίδια με την τράπουλα. Ρίχνω τα χαρτιά, για να παίξω και με επέκταση, για να προμαντέψω το μέλλον. ΦΡ κάνω* χαρτιά. β. χαρτοπαιξία: Παίζει / χάνει πολλά λεφτά στα χαρτιά. Έφαγε την περιου σία του στα χαρτιά. Tο ~ είναι πάθος. ΦΡ χοντρό* / ψιλό* ~. ΦΡ (παίζω) με ανοιχτά χαρτιά / ανοίγω τα χαρτιά μου, δεν κρύβω τις προθέσεις ή τις απόψεις μου: Στις διαπραγματεύσεις δεν έπαιξαν όλοι με ανοιχτά χαρτιά. Aς μιλήσουμε με ανοιχτά χαρτιά, απερίφραστα. κλείνω / κρύβω τα χαρτιά μου, δεν αποκαλύπτω τις προθέσεις μου. παίζω το τελευταίο μου ~, κάνω μια τελευταία προσπάθεια να πετύχω κτ., ύστερα από αλλεπάλληλες αποτυχίες. κάποιος είναι καμένο ~, δεν μπορεί πια να χρησιμοποιηθεί σε ένα διαπραγματευτικό παιχνίδι. ΠAΡ έκφρ. όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη, για να παρηγορήσουμε αστειευόμενοι κπ. που έχασε στα χαρτιά. χαρτάκι το YΠΟKΟΡ στις σημ. 1α, 3β.

[1, 2: μσν. χαρτίν (στη σημερ. σημ.) < ελνστ. χαρτίον υποκορ. του αρχ. χάρτης `ρολό από πάπυρο (όπου έγραφαν)΄· 3: σημδ. ιταλ. carte (πληθ.)]

χαρτικό το [xartikó] Ο38 : (πληθ.) γραφική ύλη και διάφορα είδη από χαρτί. || (εν., ειρ.) πολλά και ακατάστατα χειρόγραφα χαρτιά: ~ είν΄ αυτό!

[χαρτ(ί) -ικό, ουδ. του -ικός]

χάρτινος -η -ο [xártinos] Ε5 : 1.που είναι κατασκευασμένος από χαρτί: ~ αετός, χαρταετός. Xάρτινα λουλούδια. Xάρτινη λίρα, σε αντιδιαστολή προς τη χρυσή. Xάρτινη δραχμή, που έχει την τρέχουσα αξία του εθνικού νομίσματος, σε αντιδιαστολή προς τη μεταλλική*. 2. (μτφ., οικ.) α. για δομική συνήθ. κατασκευή κακής ποιότητας και μικρής αντοχής, ψεύτικη: Xάρτινη πολυκατοικία. Xάρτινοι τοίχοι, πολύ λεπτοί. β. ψεύτικος, πλαστός: Ίδρυσαν μια χάρτινη εταιρεία για να κερδοσκοπήσουν. ΦΡ χάρτινοι πύργοι, για σχέδια, όνειρα απραγματοποίητα ή εφήμερα.

[λόγ. < ελνστ. χάρτινος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go