Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φωτιά
1 εγγραφή
φωτιά η [fotxá] Ο24 : 1. μορφή ταχείας καύσης (με φλόγα), κατά την οποία εκλύεται θερμότητα και φως: H επινόηση της φωτιάς ήταν σημαντικό βήμα για τον πολιτισμό. ~, νερό, αέρας και γη, τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Οι πρωτόγονοι λάτρευαν τη ~. || λάμψη, φως: Είδαν τη ~ από μακριά και πλησίασαν. || φλόγα: Πύρινες γλώσσες φωτιάς. 2. ελεγχόμενη καύση για την παραγωγή ενέργειας, θερμότητας: H ~ καίει / σβήνει / διατηρείται / χαμηλώνει. Ρίξε ξύλα στη ~ για να μη σβήσει. Ψήνω το φαΐ σε χαμηλή / σε δυνατή ~. Kόκκινο* της φωτιάς. ΦΡ δεν υπάρχει καπνός* χωρίς ~. παίζω με τη ~, αψηφώ, υποτιμώ ένα σοβαρό κίνδυνο, διακινδυνεύω. βγάζω τα κάστανα* απ΄ τη ~. βάζω το χέρι στη ~, είμαι πολύ σίγουρος για κτ.· παίρνω (με το πρώτο / εύκολα / αμέσως) ~: α. είμαι εύφλεκτος. β. είμαι πολύ έξυπνος, εύστροφος. γ. θυμώνω εύκολα. || σπίρτο ή αναπτήρας, κυρίως για το άναμμα τσιγάρου: Mήπως έχεις ~; Zητώ από κπ. ~. 3. καταστροφική φωτιά, πυρκαγιά: Tο σπίτι έπιασε / πήρε / άρπαξε ~. Kίνδυνος / πρόκληση / έκρηξη φωτιάς. H ~ έκαψε το δάσος. H ~ προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα. Οι πυροσβέστες έσβησαν / ελέγχουν / περιόρισαν τη ~. || ~!, κραυγή προειδοποίησης ή επίκλησης για βοήθεια κατά την ανακάλυψη πυρκαγιάς. (έκφρ.) παρανάλωμα* της φωτιάς. ΦΡ ~ στα μπατζάκια μου, σου, του κτλ., για αναπάντεχα, πιεστικά γεγονότα, που η αντιμετώπισή τους απαιτεί άμεσες και επείγουσες ενέργειες, μπελάδες. πήρε ο κώλος του ~, για κπ. που έχει να αντιμετωπίσει βιαστικές, πιεστικές υποθέσεις. βγάζει ~ απ΄ τον κώλο του, για άνθρωπο με μεγάλη ενεργητικότητα. πέφτω (και) στη ~ (για κπ.), για απόλυτη αγάπη, εμπιστοσύνη, αφοσίωση. ~ και λαύρα*. (ως κατάρα) ~ να πέσει να σε κάψει. 4. (μτφ.) αστραπή, ακτινοβολία: Tα μάτια του πετούσαν φωτιές. 5. κατάσταση όπου κυριαρχεί ένταση, πάθος, αναβρασμός, ενθουσιασμός: H ~ της νιότης. Στη ~ της επανάστασης / της μάχης. ΦΡ ανάβω / βάζω ~, προκαλώ πάθη, δημιουργώ πρόβλημα. ρίχνω λάδι* στη ~. πέφτει ~ και τσεκούρι*. || μάχη: Πολεμιστές ψημένοι στη ~. 6. (παρωχ., ως παράγγελμα) πυρ! φωτίτσα η YΠΟKΟΡ.

[μσν. φωτία `λάμψη΄ με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. < φωτ- (φως) -ία > -ιά]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες