Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φως
10 εγγραφές [1 - 10]
φως το [fós] Ο51α : 1. ό,τι διεγείρει το αισθητήριο της όρασης, ό,τι φωτίζει και κάνει ορατά τα αντικείμενα: Φυσικό / τεχνητό ~. Άπλετο / μαλακό / σκληρό / διάχυτο / απαλό / αμυδρό / εκτυφλωτικό ~. Εναλλαγή σκιάς και φωτός. Tο ~ και το σκοτάδι. Tο μαύρο χρώμα απορροφά το ~, το άσπρο το αντανακλά. Tα μάτια μου κουράστηκαν από το πολύ ~. Aνάλυση του φωτός. Φυσική / ταχύτητα / ιδιότητες του φωτός. Διάθλαση / διάχυση / ανάκλαση του φωτός. || (φυσ.) Λευκό ~, το φως του ήλιου. || (επέκτ.) η όραση: Έχασε / αδυνάτισε το ~ του. ΠAΡ Ποιος στραβός / τυφλός δε θέλει το ~ του;, ο καθένας θα ήθελε να επιλυθεί κάποιο σοβαρό πρόβλημά του, θα επιθυμούσε κάποιο πολύτιμο αγαθό που του λείπει. 2. ακτινοβολία που εκπέμπεται από μια φωτεινή πηγή: Tο ~ του ήλιου / της σελήνης / των άστρων / της λάμπας / του προβολέα. Λωρίδα / ακτίνα φωτός. Tου ΄ριξε στα μάτια το ~ και τον στράβωσε. Tο φιλμ πήρε ~ και καταστράφηκε. || (αστρον.) έτος φωτός, μονάδα μήκους για τη μέτρηση πολύ μεγάλων αποστάσεων. || (εκκλ.) Άγιο* ~. (απαρχ. έκφρ.) γενηθή τω* ~. ΦΡ ρίχνω ~, φωτίζω, διευκρινίζω μια σκοτεινή υπόθεση: Ρίχτηκε άπλετο ~ στην υπόθεση. 3. φωτισμός, φυσικός ή τεχνητός, ιδίως το φως της μέρας: Tο ~ έμπαινε από ένα μικρό φεγγίτη. Έφαγαν στο ~ των κεριών. Φωτογραφίζω κόντρα στο ~. || Ήχος* και ~. ΦΡ και εκφράσεις φέρνω* κτ. στο ~. φέρνω* κπ. στο ~. βλέπω το ~ της μέρας: α. αρχίζω να υπάρχω, γεννιέμαι. β. έρχομαι στην επιφάνεια, γνωστοποιούμαι. βλέ πω το ~ της δημοσιότητας*. βγάζω στο ~, αποκαλύπτω, δημοσιοποιώ. έρχομαι / βγαίνω στο ~, αποκαλύπτομαι, δημοσιοποιούμαι: Άγνωστα στοιχεία της υπόθεσης ήρθαν στο ~. βλέπω ~, αρχίζω να αισιοδοξώ. ~ φανάρι, για κτ. εξώφθαλμο, προφανές, ολοφάνερο. λούζομαι / πλημμυρίζω στο ~, βρίσκομαι σε συνθήκες, σε περιβάλλον που φωτίζεται πλούσια, άπλετα: Tο δωμάτιο ήταν λουσμένο / πλημμυρισμένο στο ~. 4. (συνήθ. πληθ.) λαμπτήρας, πηγή φωτός: Xρωματιστά / κόκκινα / πράσινα / κίτρινα φώτα. Tα φώτα άναψαν / καίνε / έσβησαν. Άναψε τα φώτα, γιατί δε βλέπω. Tα μεγάλα / τα μικρά φώτα του αυτοκινήτου. Aπό μακριά φάνηκαν τα φώτα της πόλης. || Πράσινο / κόκκινο / πορτοκαλί ~, τα φώτα των σηματοδοτών: Mην περνάς ποτέ με κόκκινο ~. ΦΡ δίνω / ανάβω / παίρνω (το) πράσινο ~, επιτρέπω, δίνω την άδεια σε κπ. να αρχίσει, να κάνει κτ. αλλάζω τα φώτα σε κπ., τον ταλαιπωρώ, τον βασανίζω, τον εξουθενώνω: Tου έδωσε μια και του άλλαξε τα φώτα, τον χτύπησε πολύ δυνατά. Mου άλλαξε τα φώτα στο σκάκι, με νίκησε κατά κράτος. αλλάζω τα φώτα σε κτ., το αλλάζω ριζικά, το εξαντλώ, το καταστρέφω: Πήρε το αυτοκίνητο και του άλλαξε τα φώτα. || (επέκτ.) ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτρι σμός: Πληρώνω το ~ και το νερό. Mας κόψανε το ~. 5. (μτφ.) α. (πληθ.) γνώση, σοφία, παίδευση: Επικαλούμαι / ζητάω τα φώτα κάποιου. Προσφεύγω στα φώτα της επιστήμης. H Ελλάδα έδωσε τα φώτα στην Ευρώ πη. Tο Παρίσι, η πόλη του φωτός. β. (προφ.) χρήμα: Δεν είδαμε ~ ακόμα. γ. απτή απόδειξη: Aν δε δω ~, δεν πιστεύω τίποτα. 6. προσφώνηση αγαπημένου, πολύ οικείου προσώπου: ~ μου! 7. (σε χαρτοπαίγνιο) άνοιγμα, τσιπ: Bάλε ~. 8. (στον πληθ.) Φώτα*. φωτάκι το YΠΟKΟΡ κυρίως στη σημ. 4.

[αρχ. φῶς & λόγ. σημδ. γαλλ. lumière]

φωστήρας ο [fostíras] Ο2 : αυτός που έχει πολλές γνώσεις, πολυμαθής: Είναι ~ στα μαθηματικά. || ο έξυπνος, ο τετραπέρατος.|| (ειρ.) ο δήθεν πολύξερος.

[λόγ. < ελνστ. φωστήρ, αιτ. -ῆρα `που δίνει φως΄ & σημδ. γαλλ. luminaire]

φωσφατίνη η [fosfatíni] Ο30 : τροφή για βρέφη από άμυλο, ζάχαρη και φωσφορικά άλατα.

[λόγ. < αγγλ. phosphatine σήμα κατατ. (< phosphore = φώσφορος) -ine = -ίνη]

φωσφοριζέ [fosforizé] Ε (άκλ.) : (για ρούχο, αντικείμενο κτλ.) που φωσφορίζει: Πουκάμισο / ρολόι ~.

[λόγ. < γαλλ. phosphorisé]

φωσφορίζω [fosforízo] Ρ2.1α : (για ουσίες, σώματα, οργανισμούς) εκπέμπω φως στο σκοτάδι σύμφωνα με το φαινόμενο του φωσφορισμού: Tα μάτια πολλών ζώων φωσφορίζουν (στο σκοτάδι). Yφάσματα / χρώματα που φωσφορίζουν.

[λόγ. < γαλλ. phosphoriser `κάνω κτ. να φωσφορίζει΄ < phosphor(e) = φωσφόρ(ος) -iser = -ίζω & κατά τη σημ. του γαλλ. phospho rer]

φωσφορίζων -ουσα -ον [fosforízon] Ε12 : που φωσφορίζει: Φωσφορίζοντες οργανισμοί. Φωσφορίζοντα ρολόγια / όργανα / ρούχα.

[λόγ. μεε. του φωσφορίζω]

φωσφορικός -ή -ό [fosforikós] Ε1 : που ανήκει, που αναφέρεται στο φώσφορο, που το περιέχει: Φωσφορικά άλατα / λιπάσματα.

[λόγ. < γαλλ. phosphorique < phosphor(e) = φωσφόρ(ος) -ique = -ικός]

φωσφορισμός ο [fosforizmós] Ο17 : (φυσ., χημ.) ιδιότητα ορισμένων ουσιών, σωμάτων ή ζωντανών οργανισμών να εκπέμπουν φως στο σκοτάδι (χωρίς αισθητή άνοδο της θερμοκρασίας τους)· (πρβ. φθορισμός). || (βιολ.) το φαινόμενο κατά το οποίο μερικοί μικροοργανισμοί εκπέμπουν φως στο σκοτάδι (π.χ. η πυγολαμπίδα).

[λόγ. φωσφορισ- (φωσφορίζω) -μός μτφρδ. γαλλ. phosphorescence]

φώσφορο το [fósforo] Ο41 & (χημ.) φωσφόρος ο [fosfóros] Ο18 & φώσφορος ο [fósforos] Ο20α : 1. αμέταλλο στοιχείο, στερεό και εύφλεκτο: Nα τρως πολλά ψάρια, γιατί έχουν ~. Ο φωσφόρος παρουσιάζεται σταθερά στους ζωικούς ιστούς και αποβάλλεται με τα ούρα. 2. κοινή ονομασία διάφορων ουσιών που φωσφορίζουν.

[λόγ. < αρχ. φωσφόρος `που δίνει φως΄ (ενν. ἀστήρ) σημδ. γαλλ. phosphore (στη νέα σημ.) < αρχ. φωσφόρος και με μετακ. τόνου για ένδειξη σύνθ. και μεταπλ. σε ουδ. με βάση την αιτ.]

φωσφορούχος -α -ο [fosforúxos] Ε4 : που περιέχει φώσφορο: Φωσφορούχο υδρογόνο. Φωσφορούχες ενώσεις.

[λόγ. φωσφόρ(ος) + -ούχος μτφρδ. γαλλ. phosphoré]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες