Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φοροεισπράκτορας
1 item total
φοροεισπράκτορας ο [foroispráktoras] Ο5 : υπάλληλος που ήταν αρμόδιος για την είσπραξη φόρων.

[λόγ. φόρ(ος) -ο- + εισπράκτ(ωρ) -ορας μτφρδ. αγγλ. tax collector]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go