Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: φειδώ
3 items total [1 - 3]
φειδώ η [fiδó] Ο γεν. φειδούς, αιτ. φειδώ (χωρίς πληθ.) : (λόγ.) μέτρο, σύνεση, οικονομία στη χρήση, στη δαπάνη ή στην κατανάλωση κάποιου πράγματος. ANT σπατάλη: Ξόδευε με / σπαταλούσε / σκορπούσε χωρίς ~ τα χρήματά του.

[λόγ. < αρχ. φειδώ]

φειδωλεύομαι [fiδolévome] Ρ5.1β : διστάζω, λυπάμαι, δυσκολεύομαι να ξοδέψω, να διαθέσω, να δώσω κτ.· τσιγκουνεύομαι.

[λόγ. φειδωλ(ός) -εύω, -ομαι κατά το τσιγκουνεύομαι]

φειδωλός -ή -ό [fiδolós] Ε1 : 1. που παρέχει, δίνει κτ. δύσκολα και όχι απλόχερα: H εισοδηματική πολιτική είναι φειδωλή σε αυξήσεις / παροχές. Είναι ~ σε υποσχέσεις / επαίνους / δηλώσεις. 2. που καταναλίσκει, που δαπανά ή διαθέτει κτ. με μέτρο και με σύνεση· οικονόμος2, σφιχτοχέρης, τσιγκούνης*. ANT σπάταλος, απλοχέρης1, χουβαρντάς. φειδωλά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αρχ. φειδωλός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go