Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φεγγαρόφωτο
1 εγγραφή
φεγγαρόφωτος -η -ο [feŋgarófotos & fegarófotos] Ε5 : που τον φωτίζει το φεγγάρι: Φεγγαρόφωτη νυχτιά. || (ως ουσ.) το φεγγαρόφωτο, το φως του φεγγαριού· σεληνόφως: Bαρκάδα στο φεγγαρόφωτο.

[φεγγάρ(ι) -ο- + φωτ- (φως) -ος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες