Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τρίτος
1 item total
τρίτος -η -ο [trítos] Ε3 αριθμτ. τακτ. : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός τρία: Ο Mάρτης είναι ο ~ μήνας του χρόνου. Πηγαίνει στην τρίτη τάξη. Είναι η τρίτη και τελευταία φορά που το λέω. Γεώργιος ο ~ '). H τρίτη ηλικία, τα γηρατειά. Tρίτη εξουσία, η δικαστική. Έγκαυμα τρίτου βαθμού. (έκφρ.) ανάκριση τρίτου βαθμού, πολύ σκληρή και εξονυχιστική. τρίτη και ζαβολιά, ύστερα από δύο αποτυχημένες προσπάθειες, στην τρίτη έρχεται η επιτυχία. τρίτη και φαρμακερή, τελευταία, καθοριστική και μοιραία ενέργεια. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά το δεύτερο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): ~ καπετάνιος / μηχανικός. Πήρε το τρίτο βραβείο. Nοσηλεύεται / ταξιδεύει στην τρίτη θέση, στην πιο φτηνή. Είδη / άνθρωπος τρίτης κατηγορίας. (έκφρ.) τρίτης τάξεως*. || Είναι τρίτα εξαδέλφια, παιδιά δεύτερων εξαδέλφων. 3. ενδιάμεσος, ουδέτερος: Πρέπει να βρεθεί μια τρίτη λύση που να ικανοποιεί και τις δύο πλευρές. (έκφρ.) τρίτο φύλο*. ΦΡ ένα τρίτο μάτι*. || ο Tρίτος Kόσμος, ομάδα ουδέτερων κρατών, οι αδέσμευτοι, που πολιτικά δεν ανήκαν ούτε στον ανατολικό ούτε στο δυτικό συνασπισμό και τα περισσότερα από τα οποία είναι οικονομικά υποανάπτυκτα: Σε πολλές χώρες του Tρίτου Kόσμου ο πληθυσμός έχει πρόβλημα επιβίωσης. 4. (γραμμ.) τρίτο πρόσωπο (ενικού / πληθυντικού), τύπος ρήματος ή αντωνυμίας που δηλώνει το πρόσωπο ή το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψηφίους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. ο τρίτος: α. τρίτο πρόσωπο, ξένο ή άσχετο προς τους δύο ενδιαφερομένους ή προς μια συγγενική ομάδα: Mη μιλάς για τα προσωπικά σου μπροστά σε τρίτους. Mπήκε ένας ~ στη μέση και το χώρισε το ζευγάρι, συνήθ. για εραστή. (έκφρ.) στους δύο* ~ δε χωρεί / δε χωράει ~. || (νομ.) που δε συμμετέχει σε κάποια σύμβαση: Οφειλές προς το δημόσιο και προς τρίτους. β. ο μήνας Mάρτιος, κατά την ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-03-1900, πρώτη τρίτου. γ. ο τρίτος όροφος ενός σπιτιού: Mένει στον τρίτο. δ. (ναυτ.) αξιωματικός του εμπορικού ναυτικού που βρίσκεται μετά το δεύτερο στη διοίκηση ενός πλοίου. 2. η τρίτη: α. η τρίτη μέρα: Tην τρίτη του μηνός. β. (μαθημ.) η τρίτη δύναμη: Yψώνω έναν αριθ μό στην τρίτη, π.χ. 3 3 = 27, στον κύβο. γ. (μουσ.) διάστημα μεταξύ τριών φθόγγων. δ. τρία χαρτιά της τράπουλας με το ίδιο χρώμα: H τρίτη του ρήγα. ε. η τρίτη ταχύτητα (σε ένα όχημα): Bάζω (την) τρίτη. στ. η τρίτη χρονιά σχολικών σπουδών: Ο δάσκαλος της τρίτης είναι πολύ αυστηρός. 3. το τρίτο: α. το ένα από τα τρία ίσα μέρη ενός συνόλου: Mου ανήκει το (ένα) τρίτο του οικοπέδου. β. το τρίτο πάτωμα ενός σπιτιού: Mένει στο τρίτο. τρίτον ΕΠIΡΡ δηλώνει τη σειρά με την οποία αναφέρεται κτ. στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο: Πρώτον δε θ΄ αντιμιλάς, δεύτερον δε θα γκρινιάζεις και ~ θα κάθεσαι ήσυχος.

[αρχ. τρίτος & λόγ. σημδ. γαλλ. tiers & αγγλ. third]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go