Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: τέμνω
2 items total [1 - 2]
τέμνω [témno] -ομαι Ρ αόρ. έτμησα, απαρέμφ. τμήσει, παθ. αόρ. τμήθηκα, απαρέμφ. τμηθεί : α. (λόγ.) κόβω. β. (γεωμ.) συναντώ ή διέρχομαι: Tο ύψος ενός τριγώνου τέμνει την απέναντι πλευρά. Ευθείες που τέμνονται μεταξύ τους.

[λόγ. < αρχ. τέμνω]

τέμνων -ουσα -ον [témnon] Ε12 : 1. (λόγ.) που τέμνει: Tον τραυμάτισαν με τέμνον όργανο. 2. (ως ουσ., μαθημ.) η τέμνουσα, ευθεία που τέμνει μια καμπύλη. || τριγωνομετρικός αριθμός αντίστροφος από τον αριθμό του συνημιτόνου.

[λόγ.: 1: αρχ. τέμνων μεε. του ρ. τέμνω· 2: σημδ. γαλλ. sécante]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go