Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: σωρός
1 item total
σωρός ο [sorós] Ο17 : 1.σύνολο από πολλά αντικείμενα, ομοειδή ή όχι, που είναι τοποθετημένα ή συνήθ. ριγμένα άτακτα, το ένα επάνω στο άλλο: Ένας ~ από ξύλα / από βιβλία. Tα σκουπίδια μαζεύτηκαν ~. Σωροί από κουβέρτες / από άχρηστα πράγματα. ΦΡ (έπεσε) ~ κουβάρι, για κπ. που σωριάστηκε από σωματική ή ψυχική εξάντληση. 2. μεγάλος αριθμός ή μεγάλη ποσότητα, κυρίως στις εκφράσεις ένα σωρό, πολλοί, πολλές, πολλά: Ήρθε ένα σωρό κόσμος. Έχω ένα σωρό δουλειές. Στο σχολείο έμαθε ένα σωρό πράγματα. με το σωρό, συνήθ. όταν η ποσότητα δε συνοδεύεται και από την ποιότητα: Aυτά τα βιβλία τα πουλάνε με το σωρό. απ΄ το σωρό, για κπ. ή για κτ. ασήμαντο, ευτελές: Πολύ σπουδαίος άνθρωπος και όχι κανένας απ΄ το σωρό. Tα παπούτσια του τα αγόρασε απ΄ το σωρό. χτυπάω στο σωρό, πυροβολώ σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος, αδιακρίτως, όποιον βρεθεί μπροστά μου.

[αρχ. σωρός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go