Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συρτάρι
2 items total [1 - 2]
συρτάρι το [sirtári] Ο44 : τετράγωνο ή ορθογώνιο, ξύλινο ή μεταλλικό κουτί, ανοιχτό στην επάνω πλευρά, που το βάθος του ποικίλλει και που τοποθετείται στο ανάλογο άνοιγμα ενός επίπλου, από όπου μπορεί να τραβηχτεί προς τα έξω γλιστρώντας επάνω στις κατάλληλες υποδοχές: Tο ~ του γραφείου / της ντουλάπας / του κομοδίνου. Aνοίγω / κλείνω το ~. ΦΡ βάζω κτ. / μένει κτ. στο ~, για κτ. που μένει ξεχασμένο και αναξιοποίητο: Mελέτες που έμειναν χρόνια στο ~ και ξαφνικά ήρθαν στην επιφάνεια. βγάζω κτ. από το ~, χρησιμοποιώ πάλι κτ. ή το επαναφέρω σε ισχύ ύστερα από μακροχρόνια αχρηστία. συρταράκι το YΠΟKΟΡ.

[μσν. συρτάριον υποκορ. του αρχ. συρτ(ός) `που σέρνεται΄ -άριον]

συρταριέρα η [sirtarjéra] Ο25α : είδος επίπλου με συρτάρια.

[συρτάρ(ι) -ιέρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go