Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: συμπότης
1 εγγραφή
συμπότης ο [simbótis] Ο10 : (λόγ.) αυτός που πίνει κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά, σε συναναστροφή, μαζί με άλλους.

[λόγ. < αρχ. συμπότης]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες