Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συγγ
13 items total [1 - 10]
συγγένεια η [singénia] Ο27 : 1.ο κοινωνικός δεσμός μεταξύ προσώπων που συνδέονται με βιολογική ή με θεσμική σχέση: ~ εξ αίματος* / εξ αγχιστείας*. ~ πρώτου / δεύτερου / τρίτου βαθμού. Kοντινή / στενή / μακρινή ~. Έχουν το ίδιο επώνυμο αλλά δεν έχουν μεταξύ τους καμιά ~. Συστήματα / δομές συγγένειας. Θετή / πολιτική ~, που δημιουργείται με νομική πρά ξη, π.χ. υιοθεσία. Πνευματική ~, που δημιουργείται κατά τη βάφτιση μεταξύ νονού και βαφτισιμιού. Ευθύγραμμη / πλασματική / πλάγια ~. 2. κάθε είδους σχέση που υπάρχει ή που δημιουργείται ανάμεσα σε πρόσω πα, σε πράγματα ή σε καταστάσεις με βάση την ομοιότητα ή την κοινότητα της προέλευσης, των χαρακτηριστικών ή των ιδιοτήτων τους: Συνδέονται με ιδεολογική / πνευματική / ψυχική ~. Οι λατινογενείς γλώσσες έχουν υψηλό βαθμό συγγένειας. || (χημ.) Xημική ~, η τάση των χημικών στοιχείων να ενώνονται μεταξύ τους και να σχηματίζουν χημικές ενώσεις· η δύναμη που συγκρατεί ενωμένα τα άτομα σε μια χημική ένωση. Εκλεκτικές* συγγένειες.

[λόγ. < αρχ. συγγένεια `δεσμός εξ αίματος, οικογένεια΄ & σημδ. γαλλ. parenté]

συγγενεύω [singenévo] Ρ5.2α : 1.έχω ή δημιουργώ συγγένεια με κπ.: Συγγενεύουμε από τις μητέρες μας. Mε το γάμο της συγγένεψε με μεγάλο σόι. Πάντρεψαν τα παιδιά τους και συγγένεψαν. 2. παρουσιάζω ομοιότητες, αναλογίες, αντιστοιχίες με κπ. ή με κτ.: Tα καλλιτεχνικά ρεύματα συγγενεύουν στην τεχνολογία και στα θέματα. Οι δύο γλώσσες συγγενεύουν μεταξύ τους. Οι ιδέες / οι απόψεις / οι θέσεις τους συγγενεύουν πολύ.

[συγγεν(ής) -εύω]

συγγενής ο [singenís] Ο22 θηλ. συγγενής [singenís] Ο (βλ. Ε10) & (προφ., οικ.) συγγένισσα [singénisa] Ο27 : αυτός που συνδέεται με κπ. με σχέσεις (βιολογικής ή θεσμικής) συγγένειας: Στενός / κοντινός / μακρινός ~. Έχει καλούς / πλούσιους συγγενείς. ~ πρώτου / δεύτερου / τρίτου βαθμού. Πή γε να επισκεφθεί τους συγγενείς του. Ειδοποιήθηκαν οι πλησιέστεροι συγ γενείς του νεκρού. ΦΡ φτωχός ~: α. για κπ. που μειονεκτεί, που είναι ή που αισθάνεται κατώτερος, υποδεέστερος σε σχέση με κπ. άλλο. β. για κτ. που μειονεκτεί, που είναι κατώτερο, υποδεέστερο σε σχέση με κτ. άλ λο.

[αρχ. συγγενής· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους· ελνστ. συγγένισσα]

συγγενής -ής -ές [singenís] Ε10 : που έχει κοινή προέλευση ή κοινά χαρακτηριστικά με κπ. άλλο· συγγενικός: Συγγενείς επιστήμες / γλώσσες / ιδεολογίες / απόψεις. || (ιατρ.) για σωματικές ή ψυχικές παθήσεις που υπάρχουν εκ γενετής (και δεν είναι επίκτητες): ~ νόσος / καρδιοπάθεια.

[λόγ. < αρχ. συγγενής]

συγγενικός -ή -ό [singenikós] Ε1 : 1.που αναφέρεται, που ταιριάζει στους συγγενείς ή στη συγγένεια, που έχει σχέση με αυτούς ή με αυτή: Έχουν στενούς συγγενικούς δεσμούς. Είδα χτες ένα συγγενικό μου πρόσωπο. Συγγενική επιχείρηση, που ανήκει σε συγγενείς. Συγγενικό ενδιαφέρον. 2. που έχει κοινή προέλευση ή κοινά χαρακτηριστικά με κπ. άλλο· συγγενής: Οι μουσικές των βαλκανικών λαών είναι συγγενικές. Συγγενικές γλώσσες, που έχουν προέλθει από μια παλαιότερη κοινή. Συγγενικές λέξεις, που ανήκουν σε μια ευρύτερη οικογένεια. || (νομ.) συγγενικά δικαιώ ματα, ανάλογα με αυτά της πνευματικής ιδιοκτησίας, που αναγνωρίζονται σε ερμηνευτές ή σε εκτελεστές καλλιτεχνικών έργων. συγγενικά ΕΠIΡΡ.

[1: αρχ. συγγενικός· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. apparenté]

συγγενολόι το [singenolói] Ο45 : (οικ.) το σύνολο των συγγενών: Στο γά μο ήρθε / μαζεύτηκε όλο το ~.

[συγγεν(ής) -ο- + -λόι]

συγγνώμη η [siŋγnómi] & (προφ.) συγνώμη η [siγnómi] Ο30α : η συγκατάθεση, η επιείκεια που ζητάει κάποιος για να του συγχωρεθεί ένα σφάλ μα που διέπραξε, μια άπρεπη ή άστοχη ενέργεια ή συμπεριφορά: Zητώ ~. Kατάλαβε το λάθος του και ζήτησε ~. Aπαιτώ να μου ζητήσει ~. || απόλυτα (με παράλειψη του ρ. ζητώ) συγγνώμη, συγχωρήστε με: ~, δεν το ήθελα. ~, που σας ενοχλώ. ~, αν σας κούρασα. ~, δεν εννοούσα αυτό. || ευγενικός τρόπος για να αποταθούμε σε κπ.: ~, κύριε, σας έπεσαν τα τσιγάρα. ~, δεσποινίς, μήπως ξέρετε πού είναι το Δημαρχείο; ~, αλλά εδώ απαγορεύεται το κάπνισμα! || (δίκ.) άτυπη δήλωση βούλησης, με την οποία κάποιος συγχωρεί κπ. άλλο για ένα παράπτωμα που διέπραξε και αίρει τις νομικές συνέπειες.

[λόγ. < αρχ. συγγνώμη `επιείκεια, συχώρεση΄ & σημδ. γαλλ. pardon· απλοπ. του συμφ. συμπλ. [ŋγn > γn] για διευκόλυν ση της άρθρ.]

συγγνωστός -ή -ό [siŋγnostós] Ε1 : (λόγ.) που πρέπει, που μπορεί ή που αξίζει να συγχωρεθεί: Συγγνωστό σφάλμα. Συγγνωστή πλάνη.

[λόγ. < αρχ. συγγνωστός]

σύγγραμμα το [síŋγrama] Ο49 : (εκτεταμένο) πνευματικό έργο, διατυπωμένο σε γραπτό πεζό λόγο και με επιστημονικό, φιλοσοφικό, τεχνολογικό κτλ. περιεχόμενο: Επιστημονικό / ιστορικό / νομικό / πανεπιστημιακό ~. Γράφω / μελετώ / εκδίδω ένα ~. || το αντίστοιχου περιεχομένου βιβλίο, εγχειρίδιο: Tα συγγράμματα παρέχονται δωρεάν στους φοιτητές.

[λόγ. < αρχ. σύγγραμμα]

συγγραφέας ο [siŋγraféas] Ο21 θηλ. συγγραφέας [siŋγraféas] : αυτός που ασχολείται με τη συγγραφή πνευματικών (επιστημονικών ή λογοτεχνικών) έργων: Δόκιμος / διάσημος / βραβευμένος / άγνωστος / ανώνυμος ~. Θεατρικός ~. ~ επιστημονικών / λογοτεχνικών έργων. ~ παιδικών / αστυνομικών βιβλίων. Ο ~ ενός έργου, αυτός που το έγραψε. Ποιος είναι ο ~ των «Aθλίων»; Kάθε γνήσιο αντίτυπο του βιβλίου φέρει τη σφραγίδα του συγγραφέα. Aνθολογία αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. || (ειδικά) ο λογοτέχνης που συγγράφει σε πεζό λόγο, σε αντιδιαστολή προς τον ποιη τή: Στην εκδήλωση συμμετείχαν συγγραφείς και ποιητές. Mεγάλος ~ και ποιητής.

[λόγ. < αρχ. συγγραφεύς, αιτ. -έα· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go