Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: στρεπτόκοκκος
1 εγγραφή
στρεπτόκοκκος ο [streptókokos] Ο20α : (ιατρ.) γένος σφαιρικών βακτηρίων που προκαλούν μολυσματικές αρρώστιες σε ανθρώπους και ζώα.

[λόγ. < γαλλ. streptocoque < αρχ. στρεπτό(ς) + αρχ. κόκκος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες