Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: προσήλωση
1 item total
προσήλωση η [prosílosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του προσηλώνω. 1. η σταθερή κατεύθυνση, η συγκέντρωση του βλέμματος, της προσοχής, της σκέψης κτλ. σε κτ. 2. η συγκέντρωση, η σταθερή επιμονή, η αφοσίωση, η προσκόλληση σε κτ.: Iσχυρή / σταθερή / φανατική / δογματική ~. H ~ στην εθνική παράδοση / στις δημοκρατικές αρχές / στην Ευρωπαϊκή Ένωση. H μονομερής ~ στους τύπους καταστρέφει την ουσία.

[λόγ. < ελνστ. προσήλω(σις) -ση `κάρφωμα΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go