Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πρίμο
3 εγγραφές [1 - 3]
πρίμο το [prímo] Ο (άκλ.) : η πρώτη (υψηλότερη) φωνή σε ντουέτο ή σε χορωδία: Tραγούδησαν ~ σεγκόντο.

[ιταλ. primo]

πριμοδότηση η [primoδótisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πριμοδοτώ.

[λόγ. πριμοδοτη- (πριμοδοτώ) -σις > -ση]

πριμοδοτώ [primoδotó] -ούμαι Ρ10.9 : 1. (κυρ. για κράτη, διεθνείς οργανισμούς κτλ.) παρέχω μια, χρηματική κυρίως, ενίσχυση σε μια οικονομική δραστηριότητα, σε ένα προϊόν κτλ.· επιδοτώ. 2. ενισχύω κπ., εξασφαλίζω σε κπ. προτεραιότητα, προβάδισμα: Οι τρεις πρώτοι υποψήφιοι βουλευτές πριμοδοτήθηκαν από το κόμμα με χίλιους σταυρούς. Tο εκλογικό σύστημα πριμοδοτεί τα δύο πρώτα κόμματα.

[λόγ. πριμ -ο- + -δοτώ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες