Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ποδόσφαιρο
3 items total [1 - 3]
ποδόσφαιρο το [poδósfero] Ο42 : ομαδικό άθλημα, που διεξάγεται σε ειδικό χώρο (γήπεδο), μεταξύ δύο ομάδων που η καθεμιά διαθέτει έντεκα παίκτες, οι οποίοι, σύμφωνα με ορισμένους κανόνες και με την επίβλεψη διαιτητή, προσπαθούν να προωθήσουν (κυρ. με τα πόδια) μια μπάλα στην αντίπαλη εστία και να επιτύχουν τέρμα (γκολ): Γήπεδο / παίκτης / προπονητής / διαιτητής / ομάδα / ομοσπονδία ποδοσφαίρου. Aγώνας / παιχνίδι ποδοσφαίρου, ματς. Προγνωστικά ποδοσφαίρου, προπό. Επαγγελματικό / ερασιτεχνικό / ευρωπαϊκό / αμερικάνικο ~. H εθνική μας ομάδα τίμησε το ελληνικό ~ διεθνώς. || (αρνητικά): H πολιτική κατάντη σε ~. || ποδοσφαιρικός αγώνας, παιχνίδι: Οι δύο ομάδες έπαιξαν καλό / κακό / μέτριο ~. Bλέπει ~ στην τηλεόραση.

[λόγ. ποδο- + σφαίρ(α) -ον μτφρδ. αγγλ. football]

ποδοσφαιροποίηση η [poδosferopíisi] Ο33 : (μειωτ.) η υποβάθμιση μιας διαδικασίας με την υιοθέτηση τρόπων και μεθόδων όμοιων με αυτές που επικρατούν στο ποδόσφαιρο: ~ της πολιτικής.

[λόγ. ποδόσφαιρ(ον) -ο- + -ποίηση]

ποδοσφαιρόφιλος -η -ο [poδosferófilos] Ε5 : (κυρ. ως ουσ.) ο ποδοσφαιρόφιλος, αυτός που του αρέσει το ποδόσφαιρο και παρακολουθεί συχνά τους αγώνες, ο φίλαθλος του ποδοσφαίρου: Οι αγώνες της Kυριακής πρόσφεραν πλούσιο θέαμα στους ποδοσφαιρόφιλους.

[λόγ. ποδόσφαιρ(ον) -ο- + -φιλος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go