Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πλατυτέρα
1 item total
Πλατυτέρα η [platitéra] Ο25 (χωρίς πληθ.) : (εκκλ.) ονομασία της εικόνας της Παναγίας (καθισμένης σε θρόνο και με το Θείο Bρέφος στην αγκαλιά).

[λόγ. < μσν. Πλατυτέρα (των ουρανών) συγκρ. θηλ. του επιθ. πλατύς]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go