Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πλανοδιος
1 item total
πλανόδιος -α -ο [planóδios] Ε6 : (για διάφορα επαγγέλματα) που περιφέρεται στους δρόμους, χωρίς μόνιμη εγκατάσταση: ~ μικροπωλητής / φωτογράφος / ψαράς / μανάβης / θίασος. || (ως ουσ.) ο πλανόδιος. πλανοδίως ΕΠIΡΡ: Επαγγέλματα που ασκούνται ~.

[λόγ. < αρχ. πλανόδιος· λόγ. πλανόδι(ος) -ως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go