Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πέταγμα
2 εγγραφές [1 - 2]
πέταγμα 1 το [pétaγma] Ο49 : κίνηση στον αέρα με τη βοήθεια φτερών· πτήση. α. (για πτηνά, έντομα): Tο ~ του αετού / της πεταλούδας. β. (για ιπτάμενο μέσο, μηχανή που μπορεί να κινείται στον αέρα, και για άνθρωπο που επιβαίνει σε ένα τέτοιο μέσο): Tο ~ του αεροπλάνου. Tο πέταγμά μας πάνω από το Aιγαίο ήταν μαγευτικό. || Tο ~ του χαρταετού. || (μτφ.): Tα πετάγματα της φαντασίας.

[πετακ- (πετώ) 1 -μα με αφομ. ηχηρ. [km > γm] ]

πέταμα το [pétama] & πέταγμα 2 το [pétaγma] στη σημ. 2 Ο49 : 1. ρίψη ενός αντικειμένου προς οποιαδήποτε κατεύθυνση: Tο ~ της πέτρας / της μπάλας. 2. ρίψη άχρηστων πραγμάτων: Tα περιοδικά αυτά είναι / δεν είναι για ~. Όλα αυτά τα παλιά αντικείμενα τα ΄χω για ~.

[-γμα: πετακ- (πετώ) 2 -μα με αφομ. ηχηρ. [km > γm] · -μα: αποβ. του [γ] πριν από [m] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες