Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ορθός
8 εγγραφές [1 - 8]
ορθός -ή -ό [orθós] Ε1 : 1α. (ιδ. για πρόσ.) που βρίσκεται σε όρθια στάση· όρθιος. ANT καθιστός, ξαπλωμένος: Είναι / στέκεται ~. β. που βρίσκεται σε κατακόρυφη θέση. || (μαθημ.) Ορθή γωνία, που οι δύο πλευρές της είναι κάθετες μεταξύ τους: H ορθή γωνία έχει άνοιγμα ενενήντα μοιρών. || (γραμμ.) Ορθές πτώσεις, η ονομαστική και η κλητική. ANT πλάγιες. 2. που είναι σωστός, που δεν είναι εσφαλμένος: Ορθή γνώμη / άποψη / ενέργεια / παρατήρηση. ~ συλλογισμός / τρόπος. H ορθή γραφή μιας λέξης· (πρβ. ορθογραφία). Ορθή θρησκεία / πίστη, αληθινή. Ορθή απαίτηση, λογική. Ορθή κρίση / απόφαση / ποινή / τιμωρία. Ο ~ λόγος*. || Πολιτικά ~, που καταβάλλει προσπάθεια να απαλείψει κοινωνικές προκαταλήψεις και μειωτικούς χαρακτηρισμούς για άτομα ή για κοινωνικές ομάδες: Δεν είναι πολιτικά ορθό να αποκαλούνται ανώμαλα τα παιδιά με κάποιου είδους νοητική στέρηση. || (ως ουσ.) το ορθό, το σωστό ή το δίκαιο. ορθά & ορθώς ΕΠIΡΡ: Mία ~ σχεδιασμένη επιχείρηση. ΦΡ ~ κοφτά, ευθέως, χωρίς περιστροφές: Mιλάω / λέω κτ. ~ κοφτά.

[λόγ. < αρχ. ὀρθός, ὀρθῶς]

ορθοσκόπηση η [orθoskópisi] Ο33 : (ιατρ.) ιατρική εξέταση του ορθού εντέρου.

[λόγ. ορθο- 2 + -σκόπη(σις) -ση (διαφ. το ελνστ. ρ. ὀρθοσκοπῶ `βλέπω ίσια΄)]

ορθοσκοπικός -ή -ό [orθoskopikós] Ε1 : 1. για οπτικό όργανο που είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε το σχηματιζόμενο είδωλο να μην παραμορφώνει το περίγραμμα και τις αναλογίες του αντικειμένου: ~ φακός. 2. που γίνεται με ορθοσκοπικό όργανο: Ορθοσκοπική εξέταση.

[λόγ. < διεθ. ortho- = ορθο- 1 + -scopic < αρχ. σκοπ(ῶ) `παρατηρώ΄ -ic = -ικός]

ορθοσκόπιο το [orθoskópio] Ο40 : (ιατρ.) όργανο με το οποίο γίνεται η ορθοσκόπηση.

[λόγ. < διεθ. ortho- = ορθο- 2 + -scope = -σκόπιον]

ορθοστασία η [orθostasía] Ο25 : η στάση εκείνου που στέκεται όρθιος, συνήθ. για πολλή ώρα: Kουράστηκα / πονάει η μέση μου από την ~.

[λόγ. ορθο- 1 + στάσ(ις) -ία ίσως μτφρδ. γαλλ. orthostatisme]

ορθοστάτης ο [orθostátis] Ο10 : αντικείμενο που τοποθετείται κατακόρυφα ως στήριγμα σε διάφορες κατασκευές: ~ βιβλιοθήκης. Οι ορθοστάτες της σκηνής / της ξύλινης στέγης.

[λόγ. < αρχ. ὀρθοστάτης]

ορθοστατικός -ή -ό [orθostatikós] Ε1 : (ιατρ.) α. που έχει σχέση με την ορθοστασία και ιδίως που οφείλεται σ΄ αυτή: Ορθοστατική λευκωματουρία / υπόταση. β. που έχει σχέση με την όρθια στάση του ανθρώπου: Ορθοστατικό σύνδρομο.

[λόγ. < διεθ. ortho- = ορθο- 1 + static < αρχ. στα τ(ός) `που στέκεται΄ -ic = -ικός]

ορθόστηθος -η -ο [orθóstiθos] Ε5 : (λογοτ.) που έχει όρθιο στήθος: Ορθόστηθη γυναίκα, που οι μαστοί της είναι στητοί σε σχέση με το σώμα της.

[λόγ. ορθο- 1 + στήθ(ος) -ος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες