Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μόκο
1 εγγραφή
μόκο [móko] επιφ. : (λαϊκ.) σιωπή: (Kάνω) ~, δε μιλώ, σωπαίνω.

[παλ. ιταλ. moco `τίποτα΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες