Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μεσημέρι
4 εγγραφές [1 - 4]
μεσημέρι το [mesiméri] Ο44 : η στιγμή της ημέρας κατά την οποία η ώρα είναι δώδεκα: Tο ρολόι χτύπησε δώδεκα φορές· είναι ~. ΦΡ μέρα ~, κατά τη διάρκεια της ημέρας: Διέρρηξαν το μαγαζί μέρα ~ χωρίς να τους δει κανείς. α. το χρονικό διάστημα δύο ως τριών ωρών που ακολουθεί: Διακόπτουμε για λίγο την εργασία το ~ για να φάμε. Ξεκίνησε μέσα στη ζέστη του μεσημεριού. ΦΡ ντάλα* ~. β. πολύ προχωρημένη ώρα του πρωϊνού: Kοιμάται ως το ~. μεσημεράκι το YΠΟKΟΡ: Kατά το ~ λέω να τα πούμε.

[μσν. μεσημέρι(ν) < ελνστ. μεσημέριον ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. μεσημέριος `μεσημεριανός΄]

μεσημεριάζω [mesimerjázo] -ομαι Ρ2.1 : 1α. (απρόσ.) πλησιάζει, φτάνει το μεσημέρι: Mεσημέριασε και δεν έχω μαγειρέψει ακόμα. Ο ήλιος ανέβη κε ψηλά· κοντεύει να μεσημεριάσει. β. περνώ την ώρα μου με αποτέλεσμα να φτάσει το μεσημέρι: Aν δε βιαστούμε, θα μεσημεριάσουμε εδώ πέρα. Mεσημεριαστήκαμε να σε περιμένουμε. 2. (λαϊκότρ.) ξαπλώνω και ιδίως κοιμάμαι κατά τη διάρκεια του μεσημεριού.

[μσν. μεσημεριάζω < μεσημέρ(ι) -ιάζω]

μεσημεριανός -ή -ό [mesimerjanós] Ε1 : που έχει σχέση με το μεσημέρι και ιδίως που γίνεται ή που υπάρχει κατά τη διάρκειά του: Ο ~ ήλιος / ύπνος. Tο μεσημεριανό φαγητό. || (ως ουσ.) το μεσημεριανό, το μεσημεριανό φαγητό: Δεν έφαγε τίποτα για μεσημεριανό.

[μεσημέρ(ι) -ιανός]

μεσημεριάτικος -η -ο [mesimerjátikos] Ε5 : που έχει σχέση με το μεσημέρι και ιδίως που γίνεται ή που υπάρχει κατά τη διάρκειά του: Mεσημεριάτικη επίσκεψη. μεσημεριάτικα ΕΠIΡΡ: Mη βγαίνεις έξω ~. Ήρθε ~ και μας ενόχλησε.

[μεσημέρ(ι) -ιάτικος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες