Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μεντρεσές
1 εγγραφή
μεντρεσές ο [mendresés] Ο13 : μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο.

[τουρκ. medrese ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες