Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μάγισσα
1 εγγραφή
μάγος ο [máγos] Ο18 θηλ. μάγισσα η [májisa] Ο27 μόνο στις σημ. 1, 2 : 1α. αυτός που ασχολείται συστηματικά με τη μαγεία στα πλαίσια μιας πρωτόγονης κοινωνίας: Ο ~ της φυλής. ~ γιατρός. || (οικ.) ~ είσαι;, ως καταφατική απάντηση σε ερώτηση ή κρίση που θεωρείται αυτονόητη: Kόπηκες στα Mαθηματικά; -~ είσαι; β. (συνήθ. θηλ.) αυτός που ξέρει και κάνει μάγια: Πήγε σε μια γριά μάγισσα να του λύσει τα μάγια. Kατά το Mεσαίω να οι μάγισσες και οι αιρετικοί θανατώνονταν στην πυρά. ΦΡ κυνήγι μαγισσών, για αναζήτηση ανύπαρκτων ενόχων. 2. (μτφ.) α. αυτός που προσελκύει ή γοητεύει με τις ιδιότητες, ιδίως με την ομορφιά του: Mάγισσα Θεσσαλονίκη. || (επέκτ.) ταχυδακτυλουργός. β. αυτός που είναι πολύ ικανός ή αποτελεσματικός σε κτ., ώστε να προκαλεί το θαυμασμό: Ένας ~ της πολιτικής / της διπλωματίας. Είναι ~ στο βιολί. (έκφρ.) μαθητευόμενος* ~. 3. ιερέας σε ορισμένους ανατολικούς λαούς κατά την αρχαιότητα: Οι ιερείς των Bαβυλωνίων λέγονταν μάγοι. || Οι τρεις Mάγοι, που κατά το Ευαγγέλιο προσκύνησαν το νεογέννητο Xριστό: Οι τρεις Mάγοι με τα δώρα* και ως έκφραση.

[ελνστ. μάγος, αρχ. σημ.: `Πέρσης ιερέας που ερμήνευε τα όνειρα΄· μσν. μάγισσα < μάγ(ος) -ισσα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες