Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λησμονώ
1 εγγραφή
λησμονώ [lizmonó] -ιέμαι Ρ10.11 : (συναισθ.) ξεχνώ. ΠAΡ Mάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται, ξεχνάει κανείς εύκολα αυτόν με τον οποίο δεν έχει συχνή επαφή. Ο Θεός* αργεί, μα δε λησμονεί.

[ελνστ. λησμονῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες