Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κόμη
5 items total [1 - 5]
κόμη η [kómi] Ο30 : 1. (λόγ., λογοτ.) τα μαλλιά: «Kαι στην ~ στεφάνι φορεί». || Kόμη της Bερενίκης, αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου. 2. φύλλωμα δέντρου.

[λόγ. < αρχ. κόμη]

κόμης ο [kómis] Ο10 λόγ. γεν. και κόμητος, πληθ. κόμητες, γεν. κομήτων θηλ. κόμησσα [kómisa] Ο27 : τίτλος ευγενείας, ο οποίος στην ιεραρχική κλίμακα βρίσκεται πάνω από το βαρόνο και κάτω από το μαρκήσιο. || (ειρ., προφ.) η κόμησσα, για γυναίκα που φέρεται υπεροπτικά.

[λόγ. < ελνστ. κόμης τίτλος ανώτερου αξιωματούχου < λατ. comes `αξιωματούχος της αυτοκρατορικής συνοδείας΄ σημδ. του μσνλατ. comes ή μέσω του γαλλ. conte· λόγ. κόμ(ης) -ισσα (σφαλερή ορθογρ. κατά το αρσ.)]

κόμητας ο [kómitas] Ο5 : (σπάν.) κόμης.

[λόγ. < ελνστ. κόμης, αιτ. -ητα (δες στο κόμης)]

κομητεία η [komitía] Ο25 : 1. περιοχή η οποία ανήκε στη δικαιοδοσία του κόμη. 2. εδαφική και διοικητική διαίρεση στη M. Bρετανία.

[λόγ. κομητ- (κόμης) -εία, απόδ.: 1: γαλλ. comté· 2: αγγλ. county]

κομήτης ο [komítis] Ο10 : νεφελώδες ουράνιο σώμα με μικρή μάζα, που διαγράφει ελλειπτική τροχιά γύρω από τον ήλιο και εμφανίζεται κατά μακρά χρονικά διαστήματα: Ο ~ του Xάλεϊ. || Σαν ~, για κπ. που εμφανίζεται σπανιότατα, απροειδοποίητα και φεύγει το ίδιο ξαφνικά.

[λόγ. < αρχ. κομήτης (ενν. ἀστήρ) (επειδή νόμιζαν πως ήταν άστρο και την ουρά του τη φαντάζονταν σαν κόμη)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go