Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κοτζάμ
2 items total [1 - 2]
κοτζάμ [kodzám] & κοτζαμάν [kodzamán] & κοτζάμου [kodzámu] (άκλ.) : (προφ.) μπροστά από ουσιαστικά στα οποία προσδίδει την έννοια του υπερβολικά μεγάλου, ογκώδους ή σημαντικού, συνήθ. για να τονίσουμε κάποια αντίφαση ανάμεσα στο μέγεθος ή στη σπουδαιότητα που έχει κάποιος ή κτ. και στις πράξεις, στις αντιδράσεις ή στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται: Kοίτα! έγινε ~ άντρας! Kοτζαμάν μαντράχαλος και παίζει με τα μωρά. Aκούς εκεί, να τον γελάσει ~ υπουργός! ~ σπιταρώνα και να μην έχει μια αποθήκη!

[τουρκ. koca `μεγάλος, τεράστιος΄ με το κτητ. -m (kocam)· τουρκ. kocaman `τεράστιος, πελώριος΄· < κοτζάμ με προσθήκη φων. για να μη λήγει σε σύμφ. η λ. και συγκεκριμένα του [u] από επίδρ. του χειλ. [m] ]

κοτζάμπασης ο [kodzábasis] Ο12 : αιρετός τοπικός άρχοντας στις αυτοδιοικούμενες χριστιανικές κοινότητες κατά την Tουρκοκρατία· δημογέροντας.

[τουρκ. kocabaşι `πρόεδρος κοινότητας΄ ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go