Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κανας
1 item total
κάνας [kánas & kanas] & κάνα [kána & kana] όταν δεν αναφερόμαστε στον ενικό αριθμό ή για το ουδέτερο γένος αντων. αόρ. : (προφ.) κανένας: Aς πάει ~ άλλος· εγώ είμαι κουρασμένος. Δεν είναι ~ χαζός. Λες να τηλεφώνησε ~ Γιώργος; Kάνα γιατρουδάκι θα τον εξέτασε. (έκφρ.) κάνα δυο* (τρεις).

[< κανενός (γεν. του κανένας) > κανός με απλολ. [neno > no] και υποχωρ. κατά τα άλλα αοριστολογικά, π.χ.: κάποτε· αποβ. του που είναι χαρακτηριστικό του αρσ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go