Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καθηλώνω
1 item total
καθηλώνω [kaθilóno] -ομαι Ρ1 : 1α. αναγκάζω κπ. να μείνει ακίνητος στη θέση του ή περιορίζω τις κινήσεις του σε έναν πολύ περιορισμένο χώρο· ακινητοποιώ: H αρρώστια τον έχει καθηλώσει στο κρεβάτι. Όλο το βράδυ έμεινε καθηλωμένος στη θέση του, δε σηκώθηκε να χορέψει. Έχανε το χρόνο του καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση. H σφοδρή επίθεση του εχθρού έχει καθηλώσει μονάδες του στρατού μας. β. για κτ. που ασκεί τόσο έντονη επίδραση σε κπ., ώστε να μην μπορεί να αντιδράσει: Ο λόγος του συναρπάζει και καθηλώνει το ακροατήριο. Tο βλέμμα του ψυχρό και αυστηρό σε καθηλώνει. Kαθηλώνεσαι μπροστά στην ομορφιά της φύσης. 2. (μτφ.) α. εμποδίζω κπ. να αναπτύξει κάποια δραστηριότητα: H πολιτική αβεβαιότητα μας έχει καθηλώσει και δεν προχωρούμε σε νέες επενδύσεις. β. εμποδίζω την άνοδο ή την εξέλιξη: Οι μισθοί έχουν καθηλωθεί στα περυσινά επίπεδα. Mε αυτό το σύστημα προαγωγής, πολλοί υπάλληλοι καθηλώνονται στους κατώτερους βαθμούς.

[λόγ.: 1α, 2: ελνστ. καθηλ(ῶ) `καρφώνω΄ -ώνω· 1β: σημδ. γαλλ. clouer]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go