Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κάθαρση
1 item total
κάθαρση η [káθarsi] Ο33 : 1α. ψυχικός και ηθικός εξαγνισμός: H τιμωρία του πατροκτόνου έφερε την ~ στο οικογενειακό δράμα. || κατά τον Aριστοτέλη, τα συναισθήματα οίκτου και φόβου που προκαλούνται στους θεατές της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας από τα παθήματα των ηρώων και από το τραγικό τέλος τους. β. (ψυχαν.) θεραπευτική διαδικασία, κατά την οποία επανέρχονται στη συνείδηση του ατόμου επώδυνες εμπειρίες, που η απώθησή τους προκαλούσε διάφορες ψυχικές διαταραχές. 2. η απομάκρυνση από μια υπηρεσία, μια οργάνωση κτλ. ατόμων που είναι ή που θεωρούνται ανήθικα ή επικίνδυνα: Mετά την πτώση της δικτατορίας έγινε ~ στο στρατό / στον κρατικό μηχανισμό. 3. Yγειονομική ~, η απομόνωση και ο έλεγχος για ορισμένο χρονικό διάστημα ανθρώπων, ζώων ή εμπορευμάτων, που προέρχονται από περιοχές όπου υπάρχει κάποια επιδημία· καραντίνα.

[λόγ.: 1α: αρχ. κάθαρ(σις) -ση· 1β: σημδ. γερμ. Katharsis ή γαλλ. catharsis (στη νέα σημ.) < αρχ. κάθαρσις· 2: σημδ. γαλλ. épuration· 3: σύντμ. της λόγ. λ. λοιμοκάθαρσις (σύγκρ. λοιμοκαθαρτήριο)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go