Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ιδιόκτητος
1 εγγραφή
ιδιόκτητος -η -ο [iδióktitos] Ε5 : που τον έχει κάποιος ως ιδιωτική περιουσία: Kατοικώ σε ιδιόκτητο διαμέρισμα.

[λόγ. < αρχ. ἰδιόκτητος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες