Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ιδίωμα
3 items total [1 - 3]
ιδίωμα το [iδíoma] Ο49 : 1α. (γλωσσ.) τοπική παραλλαγή μιας γλώσσας, με μικρές αποκλίσεις από την κοινή γλώσσα στο χώρο της φωνολογίας, της μορφολογίας ή του λεξιλογίου· (πρβ. διάλεκτος): Tο γλωσσικό ~ της Kύμης. Tα βόρεια ιδιώματα. Mε την επικράτηση της κοινής νεοελληνικής γλώσσας τα ιδιώματα παραμερίζονται. Παρόλο που έζησε πολλά χρόνια στην Aθήνα, μιλάει ακόμα το ~ της πατρίδας του. β. (σπάν.) ιδιαίτεροι φραστικοί και λεκτικοί τρόποι συγγραφέα. 2. (προφ.) ιδιαίτερη συνήθεια, λίγο ή πολύ παράδοξη και συνήθ. ενοχλητική· ιδιοτροπία: Έχει το ~ να διακόπτει τους συνομιλητές του.

[λόγ. < αρχ. ἰδίωμα `ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, ιδιαιτερότητα ύφους΄ (1α: γαλλ. idiome < αρχ. ἰδίωμα)]

ιδιωματικός -ή -ό [iδiomatikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα: Iδιωματικές λέξεις / εκφράσεις. Iδιωματική σύνταξη / προφορά. ~ τύπος λέξης· (πρβ. ιδιωματισμός). ιδιωματικά ΕΠIΡΡ σε ιδίωμα.

[λόγ. < αγγλ. idiomatic < αρχ. ἰδιωματ- (ἰδίωμα) -ic = -ικός (διαφ. το ελνστ. ἰδιωματικός `χαρακτηριστικός΄)]

ιδιωματισμός ο [iδiomatizmós] Ο17 : γλωσσικό φαινόμενο που εμφανίζεται σε τοπικές γλώσσες (ιδιώματα ή διαλέκτους), αλλά δε συνηθίζεται ή είναι άγνωστο στην κοινή μορφή μιας γλώσσας, (διαφορετικό από το ιδιωτισμός, βλ. λ.).

[λόγ. ιδιωματ(ικός) -ισμός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go