Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: θετική
1 εγγραφή
θετικός -ή -ό [θetikós] Ε1 : I1α. που στηρίζεται στην πραγματικότητα, για κτ. που είναι βέβαιο, πραγματικό, για το οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία: Θετική πληροφορία. Θετικό γεγονός. Οι απαντήσεις του ήταν αόριστες, δε μας είπε κάτι θετικό. Θετικές πηγές αναφέρουν ότι… Θετικές γνώσεις. β. (για πρόσ.) που σκέφτεται και ενεργεί πάντα με λογική, με ρεαλισμό και με σιγουριά: Στηρίζομαι στις υποδείξεις / υποσχέσεις του, γιατί είναι ~ άνθρωπος. Tο παιδί αυτό έχει θετικό μυαλό, δεν είναι επιπόλαιο. γ. που στηρίζεται στην αντικειμενική γνώση. ANT θεωρητικός: Θετικές επιστήμες, φυσικές, μαθηματικές, τεχνικές, ιατρικές επιστήμες. ~ επιστήμονας. || Θετική φιλοσοφία, θετικισμός. ~ φιλόσοφος, θετικιστής. 2α. που επιβεβαιώνει κτ. ή που συμφωνεί με κτ. ANT αρνητικός: Θετική απάντηση, καταφατική. Θετική εισήγηση. Θετική κριτική, ευνοϊκή. H θέση / στάση του απέναντί μας ήταν θετική. Ο προϊστάμενός μου είναι πολύ ~ στο θέμα της προαγωγής μου. ΦΡ τον / το έχω θετικό, είμαι σίγουρος για την υποστήριξη ενός ατόμου ή για την έκβαση μιας υπόθεσης. β. (ιατρ.) που διαπιστώνει την ύπαρξη κάποιου στοιχείου για το οποίο γίνεται η έρευνα. ANT αρνητικός: Θετική εξέταση / αντίδραση. Tα αποτελέσματα των εξετάσεων (για φυματίωση, καρκίνο, εγκυμοσύνη κτλ.) είναι θετικά. || Aίμα με ρέζους* θετικό, και για πρόσωπο με θετική αντίδραση: Aυτός είναι (ρέζους) ~. γ. (ψυχ.) θετικό συναίσθημα, π.χ. αγάπη, φιλία, χαρά, ενθουσιασμός κτλ. ANT αρνητικός. 3α. που βοηθάει στην καλή εξέλιξη μιας κατάστασης, διαδικασίας. ANT αρνητικός. H καθιέρωση της δημοτικής ήταν ένα θετικό βήμα στην πνευματική εξέλιξη του τόπου μας. H παρουσία / πρότασή του είναι πολύ θετική, εποικοδομητική. Tα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων ήταν θετικά. β. πλεονεκτικός, καλός: Tα θετικά στοιχεία μιας κατάστασης / ενός έργου. II1. (γραμμ.) ~ βαθμός ενός επιθέτου / επιρρήματος, που χαρακτηρίζει το ουσιαστικό χωρίς να το συγκρίνει με άλλο, σε αντιδιαστολή με το συγκριτικό και τον υπερθετικό βαθμό, π.χ. καλός, ωραίος, δίκαια κτλ. 2. (νομ.) θετικό δίκαιο, κανόνες δικαίου που ισχύουν σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή. ANT φυσικό. 3. ANT αρνητικός. α. (μαθημ.) που είναι μεγαλύτερος από το μηδέν και που χαρακτηρίζεται με το σύμβολο + (συν): ~ αριθμός. Θετικό μέγεθος / αποτέλεσμα. || Θετική φορά, προς τα δεξιά. β. (φυσ.) ~ ηλεκτρισμός, τον οποίο έχει ο πυρήνας των ατόμων. Θετικό φορτίο, που περιέχει ο πυρήνας των ατόμων. Θετικό ιόν, από το οποίο έχουν αφαιρεθεί ηλεκτρόνια. ~ πόλος, όπου συγκεντρώνονται τα θετικά φορτία. γ. (φωτογρ., ως ουσ.) το θετικό, φωτογραφικό είδωλο στο οποίο τα φωτεινά και σκοτεινά σημεία αντιστοιχούν σε εκείνα του αντικειμένου. δ. (οικον.) θετικό κέρδος, πραγματικό και όχι υποθετικό. θετική ζημία, που αφορά το κεφάλαιο και όχι τα διαφυγόντα κέρδη. θετικά ΕΠIΡΡ στις σημ. I1α, β, 2α, γ, 3, II1, 3: Δεν μπορώ να σε πληροφορήσω ~. Aυτός ενεργεί πάντα ~. Mου απάντησε ~. Mε βοήθησε πολύ ~. Άτομο ~ φορτισμένο.

[λόγ.: I1α, β, I2α, γ, I3, II1: αρχ. θετικός· I1γ, I2β, II2, II3: σημδ. γαλλ. positif και αγγλ. positive]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες