Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: επώνυμο
2 items total [1 - 2]
επώνυμο το [epónimo] Ο40 : το επίσημο όνομα κάθε προσώπου, το οποίο συνήθ. προέρχεται από την πλευρά του πατέρα του και είναι κοινό για όλα τα μέλη της οικογένειας· οικογενειακό όνομα· επίθετο: Όνομα και ~ κάποιου. H γυναίκα αλλάζει / διατηρεί μετά το γάμο το ~ του πατέρα της.

[λόγ. < ελνστ. ἐπώνυμον ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. ἐπώνυμος (δες λ.) σημδ. (ελνστ.) του λατ. cognomen]

επώνυμος -η -ο [epónimos] Ε5 : 1.(για πρόσ.) ANT ανώνυμος. α. που γνωρίζουμε το όνομά του: Επώνυμοι και ανώνυμοι δωρητές βοήθησαν στην ανέγερση του ναού. β. που είναι ευρύτερα γνωστός: Επώνυμοι και ανώνυμοι ποιητές / καλλιτέχνες / επιστήμονες. || (ως ουσ.) ο επώνυμος, για πρόσωπο ευρύτερα γνωστό: Tη διάλεξη την παρακολούθησαν εκτός από το ανώνυμο πλήθος και πολλοί επώνυμοι. γ. (για ενέργεια) που συνοδεύεται από το όνομα εκείνου που την πραγματοποίησε: Επώνυμη καταγγελία / επιστολή. 2. (ιστ.) ~ άρχοντας, ο πρώτος από τους εννέα άρχοντες της αρχαίας Aθήνας, από το όνομα του οποίου χαρακτηριζόταν το έτος της θητείας τους. Ο ~ ήρωας, μυθική προσωπικότητα από το όνομα της οποίας χαρακτηριζόταν ένα γένος, μία φυλή κτλ. 3. (ως ουσ.) το επώνυμο*. επώνυμα & (λόγ.) επωνύμως ΕΠIΡΡ στη σημ. 1.

[λόγ. < αρχ. ἐπώνυμος `ονομασμένος από κάποιο πρόσωπο ή κάποιο πράγμα΄· λόγ. < ελνστ. ἐπωνύμως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go