Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: επαίτης
1 εγγραφή
επαίτης ο [epétis] Ο10 : (λόγ.) ο ζητιάνος.

[λόγ. < ελνστ. ἐπαίτης]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες