Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εξόντωση
1 item total
εξόντωση η [eksóndosi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξοντώνω. 1. (για πρόσ. ή ζώο) θανάτωση: H ~ έξι εκατομμυρίων Εβραίων στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Mέτρα για την ~ των ποντικών. H φυσική ~ κάποιου, θανάτωσή του. H ~ ενός λαού / μιας φυλής, εξολόθρευση. || (επέκτ. για φυτό) καταστροφή. 2. πρόκληση: α. πολύ μεγάλης φθοράς, σωματικής ή ψυχικής: H ηθική ~ κάποιου. β. πολύ μεγάλης ζημίας, συνήθ. καταστρεπτικής: H βαριά φορολογία απειλεί με ~ τους επαγγελματίες.

[λόγ. εξοντω- (δες εξοντώνω) -σις > -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go