Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ελληνόφωνος
1 item total
ελληνόφωνος -η -ο [elinófonos] Ε5 : (πρβ. ελληνόγλωσσος) (για άτομα ή σύνολα) που έχει ως μητρική του γλώσσα την ελληνική (ανεξάρτητα από την προέλευση ή την καταγωγή που μπορεί να είναι ή να μην είναι ελληνική): Οι ελληνόφωνοι κάτοικοι / πληθυσμοί του Πόντου / της N. Iταλίας. Οι ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι της Θράκης. || (ως ουσ.) ο ελληνόφωνος. || για τόπο που κατοικείται από ελληνόφωνους: Οι ελληνόφωνες περιοχές του Πόντου. Tα ελληνόφωνα χωριά της Kάτω Iταλίας. || που χρησιμοποιεί ελληνική γλώσσα (ομιλία): Ελληνόφωνη εκπομπή. ~ ραδιοφωνικός σταθμός. Ελληνόφωνη ραδιοφωνία.

[λόγ. ελληνο- + -φωνος κατά το αρχ. βαρβαρόφωνος `που μιλάει ξένη γλώσσα΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go