Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ελευση
1 item total
έλευση η [élefsi] Ο33 : (λόγ.) ερχομός, άφιξη: H ~ του Kυρίου στον κόσμο.

[λόγ. < ελνστ. ἔλευ(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go