Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: διαιρώ
1 εγγραφή
διαιρώ [δieró] -ούμαι Ρ10.10 αόρ. διαιρέθηκα, απαρέμφ. διαιρεθεί, μππ. διαιρεμένος και διηρημένος* : 1. χωρίζω κτ. σε μέρη, σε τμήματα: H Kρήτη διαιρείται σε τέσσερις νομούς. H χώρα έχει διαιρεθεί σε διοικητικές περιφέρειες. 2. χωρίζω ένα μέγεθος σε ίσα και μικρότερα μέρη: H περιφέρεια του κύκλου διαιρείται σε τριακόσιες εξήντα μοίρες. Tο μέτρο διαιρείται σε εκατό πόντους. Ο χρόνος διαιρείται σε δώδεκα μήνες / σε τέσσερις εποχές. 3. χωρίζω ένα σύνολο σε ομάδες ανάλογα με ορισμένα χαρακτηριστικά: Tο ζωικό βασίλειο διαιρείται σε είδη, γένη, οικογένειες, τάξεις, ομοταξίες και συνομοταξίες. Οι αστέρες διαιρούνται σε πλανήτες και σε απλανείς. 4. (μαθημ.) εκτελώ την πράξη της διαίρεσης, μετρώ πόσες φορές ένας αριθμός (διαιρέτης) χωράει σε έναν άλλο (διαιρετέος): Tο είκοσι διαιρείται ακριβώς με το πέντε. 5. (μτφ.) προκαλώ διχόνοια, διχάζω: Ο εμφύλιος πόλεμος διαίρεσε τους Έλληνες. Οι κάτοικοι της περιο χής διαιρέθηκαν σε αντιμαχόμενες παρατάξεις. ΦΡ διαίρει και βασίλευε, όταν κάποιος κυριαρχεί, ωφελείται προκαλώντας τη διχόνοια στους άλλους.

[λόγ.: 1-3: αρχ. διαιρῶ· 4, 5: σημδ. γαλλ. diviser]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες