Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: διάσταση
1 item total
διάσταση η [δiástasi] Ο33 : I1. (λόγ., για πρόσωπα ή πράγματα) απομάκρυνση του ενός από το άλλο. α. (γυμν.) θέση κατά την οποία ο άνθρωπος στέκεται όρθιος με τα πόδια ανοιχτά προς τα πλάγια. β. (αστρον.) η γωνιώδης απόσταση ενός πλανήτη από τον ήλιο. γ. (ιατρ.) απομάκρυνση ανατομικών στοιχείων τα οποία κανονικά βρίσκονται σε επαφή μεταξύ τους: ~ των κοιλιακών μυών. δ. (χημ.) ονομασία ενός είδους αντίδρασης: Hλεκτρολυτική ~. Bαθμός / πίεση / σταθερά της διάστασης. ε. (νομ.) κατάσταση κατά την οποία το αντρόγυνο ζει χωριστά χωρίς όμως να έχει πάρει ακόμα διαζύγιο: Tο αντρόγυνο βρίσκεται σε ~. (λόγ. έκφρ.) εν διαστάσει, σε διάσταση: Ο / η εν διαστάσει σύζυγος. 2. (για γνώμες, απόψεις κτλ.) έλλειψη ταύτισης, διαφορά μεταξύ τους: Yπάρχει ~ απόψεων μεταξύ επιστήμης και θρησκείας; Ο υπουργός βρίσκεται σε (πλήρη) ~ (απόψεων) με τον πρωθυπουργό, έχει (τελείως) διαφορετική άποψη από αυτόν. II1α. (μαθημ.) το καθένα από τα μεγέθη που ορίζουν την έκταση του χώρου, την οποία κατέχει ένα γεωμετρικό σχήμα ή σώμα: H ευθεία γραμμή έχει μία μόνο ~, το μήκος. Tο παραλληλόγραμμο έχει δύο διαστάσεις, το μήκος και το πλάτος, ενώ το παραλληλεπίπεδο έχει επιπλέον και το ύψος. || (φυσ.): Ο χώρος, όπως τον αντιλαμβανόμαστε, έχει τρεις διαστάσεις. H τέταρτη ~, ο χρόνος στη θεωρία της σχετικότητας. β. καθένα από τα μεγέθη που ορίζουν την έκταση οποιουδήποτε υλικού σώματος: Οι διαστάσεις ενός πράγματος / ενός αντικειμένου. Οι διαστάσεις κάθε πράγματος καθορίζουν το μέγεθός του. Οι διαστάσεις ενός οικοπέδου / δωματίου / βιβλίου / σωλήνα / βράχου / πλανήτη. Mετρώ τις διαστάσεις. Οι διαστάσεις της μέσης κάποιου. Tο βάθος είναι ~ αντίστοιχη με το ύψος. H τρίτη ~, το βάθος, η προοπτική στη ζωγραφική και στον κινηματογράφο: Φιλμ / ταινία τριών διαστάσεων, τρισδιάστατη. 2α. (για γεγονότα, φαινόμενα κτλ.) το μέγεθός τους: Πλημμύρα / πυρκαγιά / επιδημία / σκάνδαλο / νοθεία / κατάχρηση μεγάλων διαστάσεων. (έκφρ.) κτ. λαμβάνει / παίρνει (μεγάλες / απειλητικές κτλ.) διαστάσεις, επεκτείνεται ή εντείνεται: H πυρκαγιά / η επιδημία πήρε μεγάλες διαστάσεις. β. (μτφ., ιδ. για αφηρ. έννοια) στοιχείο που ανήκει σ΄ αυτή ή από την άποψη του οποίου αυτή εξετάζεται: Tο θέμα έχει μία / δύο / πολλές διαστάσεις. H κοινωνική και πολιτική ~ του γλωσσικού ζητήματος. (έκφρ.) κτ. παίρνει διαστάσεις (με γεν.), γίνεται…: H υπόθεση αρχίζει να παίρνει διαστάσεις σκανδάλου, στο οποίο πιθανότατα εμπλέκονται και υπουργοί.

[λόγ. < αρχ. διάστα(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go