Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: δημιουργία
1 item total
δημιουργία η [δimiurjía] Ο25 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δημιουργώ. 1α. η ενέργεια, η δράση που παράγει κτ. το οποίο δεν υπήρχε προηγουμένως: H ~ του κόσμου / του σύμπαντος. H ~ μιας νέας θρησκείας / κατοικίας / εταιρείας / ιδέας. H ~ ενός νέου κράτους / θεσμού. Aγωνίζονται για τη ~ μιας δίκαιης κοινωνίας. || για τονισμό της έμπνευσης και της πρωτοτυπίας: Πρόκειται για αληθινή ~ όχι για μίμηση. H χαρά της δημιουργίας. || για δημιουργία που αφορά αυτόν που την κάνει: ~ οικογένειας / χρεών / περιουσίας / κοινωνικών σχέσεων. β. η παραγωγή, η διαμόρφωση νέας κατάστασης, νέων συνθηκών: Ενέργειες που αποβλέπουν στη ~ εντυπώσεων / κλίματος αναταραχής / όξυνσης. γ. το δημιούργημα, ιδίως πρωτότυπο ή εμπνευσμένο: Πολιτική / καλλιτεχνική / σκηνική ~. Οι μετρ της μόδας παρουσιάζουν τις νέες τους δημιουργίες. 2. η δημιουργία του κόσμου σύμφωνα με τη θρησκευτική, ιδίως τη βιβλική, άποψη καθώς και ο κόσμος ως αποτέλεσμά της: H θεία ~. Tο θαύμα / τα πλάσματα της δημιουργίας. Ο άνθρωπος, το τελειότερο ον της δημιουργίας.

[λόγ.: 1: αρχ. δημιουργία· 2: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go