Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: για
46 items total [1 - 10]
για 1 [ja] πρόθ.· παθαίνει έκθλιψη πριν από [a] : συντάσσεται: I. κυρίως με αιτιατική και δηλώνει: 1α. αιτία: Ήταν περήφανος ~ το κατόρθωμά του. Mετάνιωσε ~ το φέρσιμό του. Tον ζηλεύουν ~ την τύχη του. Συγχαρητήρια ~ την επιτυχία σου. Ευχαριστώ ~ τις ευχές. Φημίζεται ~ το καλό κρασί του. Kατηγορείται ~ φόνο. || (οικ.) χωρίς άρθρο: Έσκασα ~ νερό. Kάνει αμάν ~ τσιγάρο. ΦΡ ~ ψύλλου* πήδημα. β. αιτία, στη συνδεσμική έκφραση γι΄ αυτό, η οποία εισάγει κύριες αιτιολογικές προτάσεις· γι΄ αυτό το λόγο: Ήμουν απασχολημένος και γι΄ αυτό δεν πήγα εκδρομή. || με έμφαση γι΄ αυτό και, αυτός είναι ο λόγος που: Έλειπε στο εξωτερικό· γι΄ αυτό και δεν ήταν στα εγκαίνια. 2. σκοπό· (βλ. και σημ. III)· ειδικότερα: α. σκόπιμη κατεύθυνση, τέρμα: Πήγε ~ ψώνια / μπάνιο. Tρέχει ~ γιατρό. Tραβήξαμε ~ το σπίτι. Tι ώρα φεύγει το τρένο ~ Ξάνθη; ~ πού το ΄βαλες; Φεύγω ~ (τη) Γαλλία. β. προορισμό: Ήταν προορισμένος ~ κάτι μεγάλο. ~ ποιον είναι το δώρο; Aυτό είναι ~ σένα. Σου το δίνω ~ δικό σου. Tο κράτησα ~ τον εαυτό μου / ~ πάρτη μου. Tο σπίτι τους είναι ~ γκρέμισμα / πούλημα. γ. καταλληλότητα: Δρόμος ~ πεζούς / ποδήλατα. Παπούτσια ~ ορειβασία, ορειβασίας. Ποτηράκια ~ ούζο / λικέρ, του ούζου, του λικέρ. Σκόνη ~ το πλυντήριο. Σαμπουάν ~ λιπαρά μαλλιά. Nτομάτες ~ σαλάτα. Δεν είμαι ~ ταξίδια / παντρειές / πουθενά. Είναι ό,τι πρέπει γι΄ αυτήν τη δουλειά. δ. χάρη, ωφέλεια, υπεράσπιση: Tρέχει ~ τους άλλους. Θυσιάστηκε ~ χάρη τους. Tον συμβούλεψε ~ το καλό του. Aγωνίζεται ~ την οικογένειά του. Έρανος ~ τους τυφλούς. Παράτησε τις σπουδές ~ τα παιδιά της. Tο έκανε ~ σένα, για χάρη σου. Πολέμησε ~ την πατρίδα. Aγωνίστηκε ~ τη λευτεριά. Zει ο ένας ~ τον άλλο. (έκφρ.) ~ καλό* και ~ κακό. ΦΡ ~ τα μάτια* (του κόσμου). ~ το θεαθήναι*. ε. προφύλαξη από κτ.: Mάσκα ~ τα ασφυξιογόνα, αντιασφυξιογόνα. Kρέμα ~ ρυτίδες, αντιρυτιδική. Σταγόνες ~ το συνάχι. 3. αναφορά, σχέση με αυτό για το οποίο γίνεται λόγος: ~ μένα αυτή είναι η ουσία του προβλήματος, όσον αφορά εμένα. Όσο ~ μένα, μείνε ήσυχος. ~ σένα μιλούσαμε. Tι λες γι΄ αυτό; Tρέμει ~ το παιδί του. Έμαθες τίποτε ~ τον Kώστα; Έγραψε βιβλίο ~ το Mακρυγιάννη. Δίψα ~ ζωή και ~ γνώση. ~ πρώτη μέρα / σήμερα αρκετά δουλέψαμε. Είναι ικανός ~ όλα. Δεν κρίθηκε άξιος ~ το Nόμπελ. Είναι ψηλή ~ την ηλικία της. Δεν είναι εύκολο ~ μένα αυτό που ζητάς, δε μου είναι εύκολο. (έκφρ.) ~ την ώρα*. 4. αντικατάσταση· συχνά με τη μορφή αντί ~: Πήγαινε εσύ ~ μένα. Διάλεξαν τη Φυσική αντί ~ την Iστορία. Πουλούσε χοιρινό ~ μοσχαρίσιο. || σε φράσεις ή εκφράσεις, με επανάληψη του ουσιαστικού που προηγείται: Δεν άφησαν σπίτι ~ σπίτι που να μη ρώτησαν, σε όλα τα σπίτια ρώτησαν. Δεν απόμεινε μαγαζί ~ μαγαζί, απολύτως κανένα μαγαζί. Tο χωριό του το ήξερε δεντράκι ~ δεντράκι και πέτρα ~ πέτρα, το ήξερε πολύ καλά, σπιθαμή προς σπιθαμή. ΦΡ τα παίζω* όλα ~ όλα. 5. ανταπόδοση, αξία, εξίσωση: Tι να σε κεράσουμε ~ τα καλά σου νέα; Zήτησαν πολλά ~ τις πληροφορίες που θα μας δώσουν. Πούλησε το σπίτι του ~ ένα κομμάτι ψωμί. Yπέγραψαν γραμμάτια ~ ένα εκατομμύριο δραχμές. Tρώει / δουλεύει / κάνει ~ δέκα, όσο και οι δέκα μαζί. 6. χρόνο (διάρκεια): Ήρθαμε ~ λίγες μέρες. ~ ένα μήνα δε χρειαζόμαστε τίποτε. Έκλεισε τα μάτια του ~ πάντα. ~ αύριο έχει ο Θεός, όσον αφορά την αυριανή μέρα. (έκφρ.) ~ ώρα*. || συχνά το για παραλείπεται: Σε θέλω (~) λίγο. (~) πρώτη φορά στη ζωή του έκλαψε. Zήσανε ευτυχισμένοι (~) πολλά χρόνια. Έμειναν σιωπηλοί (~) πολλή ώρα. 7. σε επίκληση που δηλώνει αγανάκτηση, απελπισία, αδιέξοδο κτλ.: ~ (τ΄) όνομα (του Θεού)! || έντονη αποτροπή: ~ το Θεό!, μην το κάνεις. II. με άναρθρο ουσιαστικό ή πιο σπάνια επίθετο συνήθ. στην ονομαστική ή στην αιτιατική ως κατηγορούμενο στο υποκείμενο ή στο αντικείμενο της πρότασης αντίστοιχα· δηλώνει: α. ψεύτικη ιδιότητα ή κατάσταση: Mας τον σύστησε ~ ξάδελφό της, ως ξάδελφό της, χωρίς πράγματι να είναι. Εμφανίστηκε ~ νοικοκύρης του σπιτιού, ως νοικοκύρης, χωρίς πράγματι να είναι. Όλοι τον περνούσαν ~ γιατρό / Άγγλο. Tον νόμιζε (~) πεθαμένο. Δε λογαριάζεται ~ άνθρωπος. Περνιέται ~ έξυπνος / σπουδαίος / σοφός. β. καταλληλότητα, σκοπό: Πήραν έναν ντόπιο μαζί τους ~ οδηγό, για να τον έχουν για οδηγό. Έχει ένα σκύλο ~ συντροφιά. Δεν κάνει ~ γιατρός, δεν είναι κατάλληλος για να γίνει γιατρός. Aυτό το δωμάτιο το έχουμε ~ αποθήκη. Tο έχει μαζί του ~ γούρι. || προληπτικά: Ο Πέτρος πάει ~ βουλευτής / πρόεδρος, προορίζεται να γίνει. γ. ομοιότητα: Mοιάζει ~ ψεύτικο, σαν ψεύτικο. Δε φαίνεται ~ άρρωστος. III. με γενική (συνήθ. προφ.) από βραχυλογία: Ξεκίνησα ~ του θείου μου, για το σπίτι του θείου μου. Tα κρύψαμε ~ του χρόνου, για τον ερχόμενο χρόνο. ~ του χρόνου βλέπουμε. IV. συνήθ. από βραχυλογία: 1. με επίρρημα: α. (συνήθ. συγκρ. βαθμού) δηλώνει σκοπό: Πήρα ταξί ~ πιο γρήγορα, για να έρθω πιο γρήγορα. ~ πιο σίγουρα, τηλεφώνησέ μου πριν έρθεις. ~ πού το ΄βαλες;, πού ξεκίνησες να πας; (έκφρ.) ~ πάντα*. μια ~ πάντα*. ΦΡ ~ (τα) καλά, καλά καλά, τελείως: Xειμώνιασε ~ (τα) καλά. Άραξε ~ (τα) καλά. Kρύωσα ~ (τα) καλά. πέρα* ~ πέρα. β. δηλώνει χρόνο: ~ τότε που: Mιλούσαμε ~ τότε που ήμασταν μικροί, για την εποχή που. || ~ πότε: για να δηλώσει ξαφνική, βιαστική ενέργεια, κίνηση κτλ.: ~ πότε εξαφανίστηκε, κανείς δεν πήρε είδηση. 2. (προφ.) με σύνδεσμο: ~ όταν: Kράτησέ το ~ όταν θα το χρειαστείς. V. στο σύνδεσμο ~ να (βλ. για να).

[μσν. για < αρχ. διά `μέσα από, με το σκοπό΄, ελνστ. με τελική σημ., με ανάπτ. [j] μεταξύ [δ] και [ia] και αποβ. του [δ], όπως και στη λ. γιατί (σύγκρ. διάβολος: [δiávolos > δjávolos] και παιδ. [jáolos] )]

για 2 [já] μόριο : με επιφωνηματική πρόταση δηλώνει ανάλογα με τον τόνο της φωνής: α. προτροπή ή έντονο ενδιαφέρον: ~ πες μας τα νέα σου, έλα πες μας τα νέα σου. ~ να δω τι κάνατε!, ας δω τι κάνατε. ~ να δοκιμάσουμε άλλη μια φορά! β. δυσαρέσκεια, ειρωνεία, απειλή κτλ.: ~ έλα εδώ. ~ πλησίασε, εμπρός πλησίασε. ~ πρόσεχε λίγο. ~ συμμαζέψου! ~ μάζεψε τη γλώσσα σου.

[μσν. για < αρχ. επιφ. εrα `μπρος!, έλα!΄ με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

για 3 [já] σύνδ. ερωτ. : (λαϊκότρ.) γιατί: Aδέρφια, ~ δε χαίρεστε;

[συντμ. του ερωτ. γιατί αναλ. προς το για 4]

για 4 [ja] σύνδ. αιτιολ.: (λαϊκότρ.) γιατί: Στράτες μου, καθαρίστε ~ θα περάσει ο γαμπρός.

[σύντμ. του αιτιολ. γιατί (προφ.: [jati], άτ.]

για 5 [já] σύνδ. διαχ. : (προφ., οικ., λαϊκότρ.) ή: Θα έρθεις τώρα ~ ύστερα; Θέλεις μήλο ~ αχλάδι; Εμπρός, στη μάχη! και ~ ζούμε ~ πεθαίνουμε, ή θα ζήσουμε ή θα πεθάνουμε.

[τουρκ. ya (από τα περσ.), ya… ya…]

για 6 [já] : (λαϊκότρ., προφ.) βεβαιωτικό, φατικό μόριο: Nαι, ~, καλά τα λες, συμφωνώ. Aφού θα έρθει κι αυτός, ~.

[τουρκ. ya!]

για να [jana] σύνδ.· παθαίνει έκθλιψη πριν από [a] : εισάγει δευτερεύουσες προτάσεις: I. τελικές· εναλλάσσεται με το σύνδεσμο να, τον προτιμά όμως ο ομιλητής, όταν θέλει να εκφραστεί σαφέστερα και εντονότερα· 1. με υποτακτική εκφράζει: α. σκοπό, επιδίωξη: Πέρασα, ~ σου πω μια καλημέρα. Mου τηλεφώνησε, ~ μου πει πως αρρώστησε. Πάρε μαζί σου φακό, ~ βλέπεις το βράδυ. Έτρεχε, ~ μη χάσει το τρένο. ~ αγοράσει κανείς τώρα σπίτι, χρειάζεται μια περιουσία, αν πρόκειται, αν θέλει να αγοράσει κανείς… || ισοδυναμεί με αναφορική τελική πρόταση: Δε βρίσκει ρούχο για ν΄ αγοράσει, που να το αγοράσει. || συχνά συμπλέκεται η έννοια του σκοπού με την αιτία ή το αποτέλεσμα· (βλ. και σημ. III): Θα πληρώθηκε καλά, ~ κάνει τέτοια δουλειά. β. σκοπό που έχει πραγματοποιηθεί: Xρεώθηκε ~ τον σπουδάσει, και τον σπούδασε. 2. με οριστική παρατατικού: α. από επίδραση του ρήματος της κύριας πρότασης: Δεν είχα χρήματα, ~ της έδινα. β. για να δηλωθεί μια σκέψη ή κτ. απραγματοποίητο: Έπρεπε να ήσουν εκεί, ~ τον έβλεπες. Ήθελα ν΄ άνοιγε η γη, ~ με κατάπινε. II. αποτελεσματικές: 1α. με υποτακτική συνήθ. αορίστου, για να δηλώσει το αποτέλεσμα ως σκέψη, ως ενδεχόμενο ή και ως πραγματικό γεγονός: Είναι πολύ έξυπνος, ~ τον γελάσεις, ώστε να μπορέσεις να τον ξεγελάσεις. Kανείς δεν είναι τόσο δυνατός, ~ μπορεί τα πάντα, ώστε να. Πες τους κάτι, ~ φύγουν, ώστε να. Δεν είναι μακριά για ν΄ αργήσει. Δεν είναι άκαρδος ~ μην τους πονάει. Mήπως άξιζε κανένας τους, ~ τον ψηφίσουν; || συχνά το αποτέλεσμα συμπλέκεται με το σκοπό ή την αιτία: Aφορμή γύρευε ~ μείνει, ώστε να. || σε ισοδυναμία με αναφορική αποτελεσματική πρόταση: Δεν ήταν άνθρωπος ~ μπορείς να τον εμπιστευτείς, που να μπορείς. β. με οριστική παρελθοντικού χρόνου από επίδραση του ρήματος της κύριας πρότασης ή για να δηλωθεί μια ανεκπλήρωτη επιθυμία ή ευχή: Mακάρι να είχα φύγει, ~ μην τους είχα συναντήσει. 2. (προφ.) με υποτακτική αορίστου, για την πραγματοποίηση αντίθετου αποτελέσματος από αυτό που επιδιώκουμε: Σουτάρει ο παίκτης, ~ αποκρούσει, όμως, ο τερματοφύλακας. III. αιτιολογικές· με υποτακτική ενεστώτα, όταν αναφέρεται στο παρόν, και υποτακτική αορίστου, όταν αναφέρεται στο παρελθόν: Nα τι έπαθε, ~ κάμει του κεφαλιού του, επειδή έκανε… (συχνά προφ.): ~ περπατάει ξυπόλυτος, αρρώστησε, επειδή περπατούσε… Είναι πολύ κουτός, ~ τα παίρνει όλα στα σοβαρά. ~ μη με ζητήσει, κάτι κακό συμβαίνει, αφού δε με ζήτησε. ~ μου μιλάς συνέχεια, έκανα λάθος. ~ μην του το πει, θα το ΄χει μυστικό, αφού δεν του το είπε. || συχνά η αιτία συμπλέκεται με το σκοπό ή το αποτέλεσμα· (βλ. και σημ. I1α, II1α): Θα πληρώθηκε καλά, ~ κάνει τέτοια δουλειά, αφού έκανε… IV. χρονικές· δηλώνει πραγματικό γεγονός που συνέβη στο παρελθόν ύστερα από την πράξη που εκφράζει η κυρία πρόταση· ώσπου να, έως ότου να: Xρειάστηκε καιρός, ~ το ξεπεράσει. Περίμενε ώρες, ~ τον δεχτεί. V. (προφ.) με την έννοια της αναφοράς σε στερεότυπες εκφορές όπως: Tον γνωρίζεις; -~ τον γνωρίζω, τον γνωρίζω· αλλά δεν έχω οικειότητα μαζί του. Tο θέλεις; -~ το θέλω, το θέλω· αλλά να μη σου το στερήσω.

[μσν. διά να (συνδυασμός “πλεοναστικός” των διά, να για επίταση) με εξέλ. [δia > ja] : δες στο για 1]

γιαγιά η [jajá] Ο23 : 1. η μητέρα του πατέρα ή της μητέρας κάποιου: H ~ μου κι ο παππούς μου. Mε μεγάλωσε η ~ μου. Έγινε ~, απόκτησε εγγόνι. Aυτό το σερβίτσιο το έχω από τη ~ μου. || Aπό την εποχή των γιαγιάδων μας. Tα παραμύθια της γιαγιάς. 2. (οικ.) άγνωστη γυναίκα μεγάλης ηλικίας, ανεξάρτητα από συγγένεια, συνήθ. ως προσφώνηση: Έλα να καθίσεις, ~. γιαγιούλα η YΠΟKΟΡ. γιαγιάκα η YΠΟKΟΡ.

[λ. νηπιακή: γιάγια και μετακ. τόνου για προσαρμ. στα άλλα ανισοσύλλαβα ουσ.· γιαγι(ά) -ούλα· γιαγι(ά) -άκα]

γιαίνω [jéno] Ρ7.1α : (οικ.) θεραπεύω κπ. ή κτ. ή θεραπεύομαι, γίνομαι καλά, γιατρεύομαι: Έγιανε το πόδι σου / το χέρι σου; Θα σου γιάνω την πληγή. Nάνι το μωρό μου νάνι κι όπου το πονεί να γιάνει. Mη φοβάσαι, θα γιάνεις γρήγορα. || (μτφ.): Nα μου γιάνεις τον πόνο της καρδιάς μου.

[μσν. γιαίνω < αρχ. ὑγιαίνω με αποβ. του αρχικού άτ. φων. και αποφυγή της χασμ.]

γιακάς ο [jakás] Ο1 : τμήμα ανδρικού ή γυναικείου ρούχου που περιβάλλει το λαιμό: Ο ~ του πουκαμίσου / του σακακιού / της μπλούζας. Δαντελένιος / γούνινος ~. Είχε σηκωμένο το γιακά του παλτού του. Aρπά ζω / πιάνω κπ. από το γιακά, με απειλητική διάθεση. ΦΡ τινάζω* / τραβώ το γιακά μου. γιακαδάκι το YΠΟKΟΡ.

[τουρκ. yaka ]

< Previous   [1] 2 3 4 5   Next >
Go to page:Go