Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γαϊτανόφρυδο
1 εγγραφή
γαϊτανόφρυδο το [γaitanófriδo] Ο41 : (λαϊκότρ., λογοτ.) φρύδι λεπτό και καλοσχεδιασμένο, σαν γαϊτάνι.

[γαϊτάν(ι) -ο- + φρύδ(ι) -ο]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες