Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: γίδι
2 εγγραφές [1 - 2]
γίδι το [jíδi] Ο44 : 1. κατσίκα: Kουρεμένο* ~ και ως έκφραση. 2. (πληθ.) κοπάδι από κατσίκες και τράγους.

[μσν. γίδιν < αρχ. αἰγίδιον (αποβ. του αρχικού άτ. φων.) υποκορ. της λ. αἴξ `κατσίκα΄]

γιδίσιος -α -ο [jiδísxos] Ε4 κατσικίσιος: Γιδίσιο μαλλί / γάλα.

[γίδ(α) -ίσιος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες